Νίτσε: Κράτος είναι όπου η αργή αυτοκτονία όλων λέγεται «ζωή»

«Κάπου βρίσκονται ακόμα λαοί και κοπάδια. Όχι όμως, σε μας, αδερφοί μου: εδώ βρίσκονται Κράτη. Κράτος; τι είναι αυτό; Ε, λοιπόν, ξεβουλώστε τ’ αφτιά σας: Τώρα θα σας μιλήσω για το θάνατο των λαών. Κράτος είναι το πιο παγερό, από τα πιο παγερά τέρατα. Και τούτο το ψέμα ξεφεύγει απ’ το στόμα του: «Εγώ, το Κράτος, είμαι ο λαός». Ψέματα! Δημιουργοί στάθηκαν όσοι δημιούργησαν τους λαούς και κρέμασαν από πάνω τους μια Πίστη και μια Αγάπη: έτσι υπηρετήσαν τη ζωή! Καταστροφείς όμως είναι όσοι οργανώνουν παγίδες για τους πολλούς και τις λένε Κράτος: κρεμάν μια σπάθα κι εκατό επιθυμίες απάνω απ’ το κεφάλι τους. Όπου ακόμα βρίσκεται λαός, εκεί δεν το καταλαβαίνουν το Κράτος και το μισούν σαν κακό μάτι, και σαν απαγορευμένο απ’ τα έθιμα και τους νόμους. Να ποια απόδειξη σας δίνω: κάθε λαός μιλάει τη δική του γλώσσα του καλού και του κακού. Αυτή τη γλώσσα δεν την καταλαβαίνει ο γείτονας. Γιατί τη γλώσσα του την ανακάλυψε με τα ήθη και τους νόμους του μαζί. Όμως το Κράτος λέει ψέματα σ’ όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού. Κι ό,τι κι αν λέει είναι ψέματα – κι ό,τι κι αν έχει είναι κλεμμένο. Ψεύτικα είν’ όλα του: με δόντια κλεμμένα δαγκώνει, το αχόρταγο, ψεύτικα και τα σπλάχνα του. Ανακάτωμα γλωσσών του καλού και του κακού: να, ποιο γνώρισμα σας δίνω για γνώρισμα του Κράτους. Αλήθεια, τη ροπή προς το θάνατο σημαίνει το γνώρισμα αυτό. Αλήθεια, γνέφει στους κήρυκες του θανάτου!

Πολλοί, πλήθος γεννιόνται. Το Κράτος ανακαλύφτηκε για τους παραπανίσιους. Δέστε πώς τους σέρνει κοντά του τους παραπανίσιους! Πώς τους μπερδεύει και τους μασάει και τους ξαναμασάει. «Δεν υπάρχει στη γης τίποτα μεγαλύτερο από μένα. Είμαι το προστακτικό δάχτυλο του Θεού» – έτσι βρουχιέται το θεριό. Και δεν είναι μονάχα εκείνοι με τα μακριά αφτιά και κείνοι που βλέπουν τη μύτη τους μονάχα, όσοι πέφτουν στα γόνατά του. Αχ! ακόμα κι εντός μας, ω μεγάλες ψυχές, μουρμουρίζει τα ερεβώδη του ψέματα. Αχ! μαντεύει τις αγνές καρδιές, που αυτοδωρίζονται πρόθυμα. Ναι, ακόμα και εσάς μαντεύει, ω νικητές του παλιού Θεού! Αποστάσατε στον αγώνα, κι αυτό υπηρετεί το καινούριο είδωλο!

Ήρωες και τίμιους θέλει να ‘χει γύρω του, το καινούριο είδωλο! Θέλει να θερμαίνεται στο ηλιόφωτο αγαθών συνειδήσεων – το παγετώδες τέρας. Όλα θέλει να σας τα προσφέρει, φτάνει να το λατρεύετε, το καινούριο είδωλο. Έτσι εξαγοράζει για τον εαυτό του, των αρετών σας τη λαμπράδα και των περήφανων ματιών σας τη ματιά. Θέλει να σας χρησιμοποιήσει για δόλωμα του πλήθους. Ναι, ένα διαβολικό αριστούργημα ανακαλύφθηκε: Ένα άτι του Χάρου, που χλιμιντράει κάτω από τα στολίδια θεϊκών τιμών. Ναι, ένας θάνατος για το πλήθος ανακαλύφτηκε κι αυτός καυχιέται ότι είναι ζωή: αλήθεια, είναι μια εγκάρδια υπηρεσία για όλους τους κήρυκες του θανάτου. Κράτος εγώ, λέω τον τόπο που όλοι είναι φαρμακοπότες, καλοί, κακοί: Κράτος είναι όπου η αργή αυτοκτονία όλων λέγεται «ζωή». Καμαρώστε λοιπόν τους παραπανίσιους!

Κλέβουν τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: κι αυτή την κλεψιά την ονομάζουν μόρφωση, κι όλα καταντάν σ’ αυτούς αρρώστια και κακομοιριά. Καμαρώστε αυτούς τους παραπανίσιους! Άρρωστοι είναι ολοένα, χύνουν τη χολή τους κι αυτό το λεν εφημερίδα. Καταπίνουν ο ένας τον άλλο και ούτε να χωνέψουν δε μπορούν! Καμαρώστε αυτούς τους παραπανίσιους! Αποκτάν πλούτη και μ’ αυτά γίνονται πιο φτωχοί. Δύναμη θέλουν, και κατάπρωτα το μοχλό της δύναμης -χρήμα- αυτοί οι ανίκανοι. Δέστε πώς σκαρφαλώνουν ετούτοι οι σβέλτοι πίθηκοι, ο ένας πάνω στον άλλο, και σκουντιόνται μέσα στη λάσπη και στο γκρεμό. Το θρόνο θέλουν όλοι να φτάσουν: η τρέλα τους -σάματι η ευτυχία κάθεται στο θρόνο; Τις πιο πολλές φορές, η λάσπη κάθεται στο θρόνο- κι άλλες τόσες, ο θρόνος κάθεται στη λάσπη. Ξέφρενους τους θαρρώ όλους, κι αναρριχητικούς πίθηκους και ακόλαστους. Βρομάει το είδωλό τους, το παγετώδες τέρας: βρομάν όλοι αυτοί οι ειδωλολάτρες!

Αδερφοί μου, μπας και θέλετε να πλαντάξετε από τα χνώτα κι από τις ορέξεις τους; Πιο καλά, σπάστε τα παράθυρα και πηδάτε στον ελεύθερο αγέρα! Κάντε λοιπόν στην πάντα από τη βρόμα, αλάργα από την ειδωλολατρεία των παραπανίσιων! Κάντε στην πάντα από τη βρόμα, αλάργα από των ανθρωποθυσιών το μαύρο σύγνεφο! Ελεύθερη απομένει η γης και τώρα ακόμα, για τις μεγάλες ψυχές! Για τους ερημικούς κι όσους διαβαίνουν δυο-δυο τη μοναξιά τους κι ακόμα απομένουν άδειες πολλές θέσεις που ολόγυρά τους αναθρώσκει το άρωμα από θάλασσες γαλήνιες. Λεύτερη απομένει ακόμα για τις μεγάλες τις ψυχές μια λεύτερη ζωή. Αλήθεια, όποιος έχει λίγα, τόσο πιο λίγο απ’ άλλους θα κυριαρχιέται: ας είναι ευλογημένη η μικρή φτώχεια!

Εκεί το Κράτος που τελειώνει από εκεί μόνο αρχίζει ο άνθρωπος, που δεν είναι παραπανίσιος: από ‘κει αρχίζει το τραγούδι της Ανάγκης, η μοναδική κι ασύγκριτη μελωδία. Εκεί που τελειώνει το Κράτος, εκεί κοιτάχτε αδερφοί μου! Δε βλέπετε το ουράνιο τόξο και το γιοφύρι του Υπεράνθρωπου;» Αυτά έλεγε ο Ζαρατούστρας.