Αρχίλοχος ο Πάριος (680 π.Χ. – 630 π.Χ.)

Δουλειά μου: ὁ πόλεμος
καὶ ἡ ποίηση ἐπίσης.

Ὅ,τι πολυτιμότερο ἔχουν ἡ τύχη καὶ ἡ μοίρα,
ἄν εἶναι νὰ τὸ δώσουν, σὲ ἄντρα θὰ τὸ δώσουν, Περικλῆ.

Ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγωνία κρατᾶνε ἀνθρώπους τοὺς ἀνθρώπους.

Ἄρχοντα Ἀπόλλωνα, ἐξόντωσε τοὺς ἔνοχους
μὲ τὰ ὀνόματά τους. Ξέρεις ἐσύ.

Σχετικὰ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τῶν νέων:
κάπου ἀνάμεσα στοὺς θεοὺς βρίσκεται ἡ νίκη.

Ὦ Ζεῦ, πάτερ Ζεῦ, σὸν μὲν οὐρανοῦ κράτος.
σὺ δ’ ἔργ’ ἐπ’ ἀνθρώπων ὁρᾷς
λεωργὰ καὶ θεμιστά, σοὶ δὲ θηρίων
ὕβρις τε καὶ δίκη μέλει.

Δία, πατέρα Δία, ἐσὺ ἰσχύεις στὸν οὐρανό,
ἐσὺ διαπιστώνεις τὸ αἶσχος καὶ τὴν τάξη
στὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων,
ἐσὺ ἐπιμελεῖσαι τὴν παράβαση καὶ τὴν τιμωρία στὰ ζῶα.

Ἡ ἀνεργία ταιριάζει ἀπόλυτα στοὺς γέρους,
ἰδίως ὅταν εἶναι λιτοδίαιτοι.
Ἄν πάσχουν κι ἀπὸ ἄνοια,
τόσο τὸ καλύτερο γι’ αὐτούς.
Θὰ διεκδικοῦν παλαβομάρες,
πράγμα ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στοὺς γέρους.

Νὰ τρέχει ἀπὸ κύμα σὲ κύμα καὶ νὰ μὴ φτάνει.
Κι ἄν φτάσει, γυμνὸ νὰ τὸν καλωσορίσουν οἱ Θράκες στὴ Σαλμυδησσό,
μὲ κεῖνες τὶς μεγάλες φοῦντες στὰ ξυρισμένα τους κεφάλια
– ξέρει αὐτός. Νὰ μὴν ξέρει ποῦ νὰ βάλει
τὶς συμφορές του καὶ γιὰ νὰ φάει,
νὰ ζυμώνει τὴ σκλαβιά του. Παγωμένο νὰ τὸν βροῦν:
ἀποικία φυκιῶν, θανατηφόρα μονομαχία δοντιῶν.
Σὰν τὸ σκυλὶ νὰ τρέμει, ξερασμένος
ἀπὸ τὸ κύμα στὴν πιὸ ἄγρια ἀκτὴ καὶ νὰ ξερνάει κύμα.
Αὐτὰ ζητῶ νὰ πάθει ὁ πρώην φίλος μου καὶ τώρα ἐπίορκός μου.

Ἁρπάχτηκε ἀπὸ τὴν καρδιά μου,
μάζεψε ὅ,τι τρυφερότερο βρῆκε σ’ αὐτὸ τὸ στῆθος
καὶ χάθηκε σὰν κλέφτης, μέσα στὴ νύχτα τῶν ματιῶν μου.
Ἔρωτας ἦταν.

Ἡ τύχη ἀνέτειλε στὸν οὐρανό τους
κι ὥσπου νὰ πιάσουνε δουλειὰ οἱ ἀκοντιστές μας,
εἶχε ἤδη ἀποφασίσει μεσημέρι.
Μόνο οἱ κραυγές μας πρόλαβαν ν’ ἀντισταθοῦν·
χόρτασε ψοφίμι ὁ Ἄδης.

Τὸν ἴδιο τὸν Ἄρη νὰ ἔβλεπες μπροστά σου, Γλαῦκε,
δὲ θὰ παραληροῦσες ἄτακτη φυγή.
Γιατί, ὅπως ἀποδείχτηκε, δὲν εἶσαι ἀπὸ ἐκείνους
ποὺ προστατεύουν τὴν πατρίδα τους μόνο σὲ καιρὸ εἰρήνης
κι ἀνδραγαθοῦν μόνο σὲ κατάσταση ἔκτακτης οἰνοποσίας.
Πολέμαρχο πετσόκοψες. Ὁλόκληρος στρατὸς
τρόμαξε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ βρόγχο τοῦ θυμοῦ σου.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ’ ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Εἶναι τεράστιος. Στέκεται μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτά,
ὅλο προσποίηση, μποῦκλες καὶ περίεργα ξυρίσματα.
Πολεμιστὴς νὰ σοῦ πετύχει!
Γιὰ μένα ὁ ἄντρας πρέπει νὰ εἶναι συμπαγής:
νὰ ξέρει ποῦ πατάει, νὰ ξέρει τὶ ἀγαπάει.

Κανεὶς δὲν κέρδισε ἀπὸ τὸ θάνατό του.
Δὲν ἔγινε οὔτε πιὸ γνωστός, οὔτε πιὸ σεβαστὸς στοὺς ἄλλους.
Κατὰ πάσα πιθανότητα, ἡ ἐκτίμηση τῶν ζωντανῶν
σχετίζεται μὲ τὴ ζωή.
Ὅταν πεθάνεις, τὸ κακὸ εἶναι πώς λείπεις· γιὰ πάντα.

Καρδιά μου, ἀμήχανη καρδιά, πῶς μπερδεύτηκες ἔτσι;
Περίπλοκη ὑπόθεση ἡ δυστυχία. Συγκροτήσου.
Ἀποφάσισε τὴν αἰχμή σου, ἰσχυρίσου τὴν ὁρμή σου,
τρέξε τὴν ἐτοιμότητά σου, στάσου τὴν ἀντοχή σου.
Ὅταν νικᾶς, μὴν ἀνοίγεσαι πολὺ στὴν ἰκανοποίηση.
Ὅταν νικιέσαι, μὴν κλείνεσαι τελείως στὴν ἀπελπισία.
Συγκρατημένα. Συγκροτημένα.
Δυὸ τρεῖς κινήσεις εἶναι ἡ ζωή. Μάθε τις ἐπιτέλους.

Τόσοι θάνατοι· κι ἀκόμη ἐλπίζω, ἐλπίζω
πὼς ὁ στρατὸς θὰ ξεφωνίσει τὴν ἀθλιότητά του.
Κοιμήσου ἐσὺ σὰν Ἀρκαδικὸ γαϊδούρι.
Γιὰ τὴν πόλη ἔχουν φροντίσει ὅσοι τὴν ἔθρεψαν μὲ ἄντρες.
Κοίτα νὰ βρεῖς μιὰν ἀγκαλιά.
Ἄφησε τὸν ὄχλο νὰ συνωστίζεται.
Σοῦ ἔρχεται: ἔρωτας ἐραστὴς τῆς Ἀφροδίτης.

Τὴ μέρα ἐκείνη, ἡ Ἀθηνᾶ, παιδὶ τοῦ κεραυνοβόλου Δία,
ἄλλους λυπήθηκε στὴ μάχη, ἄλλους βοήθησε,
ἄλλοι μοιράστηκαν τὴ γῆ.
Ἄσπλαχνες οἱ βουλὲς τῶν Ὀλυμπίων.

Σ᾽ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀνήκουμε ὅλοι καὶ καθένας.

Μιὰ ἐπικράτεια φωτιᾶς ἡ σοδειὰ τῶν καραβιῶν
κι ἀγκάθι κατάκαρδο ἡ θέα τῶν ἐχθρῶν.
Σβήνει ὁ καρπὸς τοῦ ζωντανοῦ κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο
κι ὅμως θάρρος δὲ λείπει ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀδημονοῦν
τὸν αἱμοβόρο κορεσμό τους καταπάνω στοὺς Ναξίους.
Τί θὰ κερδίσουν; Ἕνα τραῦμα γιὰ πατρίδα,
ἐκεῖ ποὺ θά ‘πρεπε νὰ σφύζουν γῆ σὰν ἄντρες;
Ἄν μποροῦσαν οἱ λαοὶ νὰ μοιραστοῦν τὴν ἴδια συγκατάβαση,
δὲ θὰ ἔσερναν καθένας τὴν ἀνάπηρη γενιά του,
δὲ θὰ κούτσαιναν καθένας τὴν πληγή του.
Πῶς νὰ μὴν πνίγεται ἡ ψυχή μου ἀσφυκτικὰ βαθιά της;
Οἱ νεκροὶ εἶναι πάντα νεκροί.
Δὲν ἔχει νόημα ὅλο αὐτὸ τὸ μακελειό.

Οὔτε οἱ πολίτες οὔτε ἡ πόλη, Περικλῆ, σκοπεύουν
ν᾽ ἀντιπαρέλθουν μὲ χαρὲς μιὰ τέτοια συμφορὰ.
Ποιούς σκέπασε τὸ ἀσίγαστο κῦμα τῆς θάλασσας
ξέρει καλὰ ἡ ὀδύνη ποὺ ὀργώνει τὸ βυθὸ τῆς καρδιᾶς μας.
Μὰ οἱ θεοὶ ἀνέθεσαν τὴ θεραπεία τῶν ἀμετάκλητων κακῶν
στὴν ἀντοχὴ τῆς καρτερίας.Ἔτσι εἶναι
αὐτὰ τὰ πράγματα: περαστικά.
Τώρα ἦρθαν σὲ μᾶς. Θὰ αἱμορραγήσουμε γιὰ λίγο
πίκρα κι ἀπογοήτευση καὶ ἀναστεναγμοὺς
καὶ ὕστερα θὰ τρέξουνε ἀλλοῦ τὴ μόλυνσή τους.
Ἀφῆστε λοιπὸν τοὺς θρήνους καὶ τοὺς ὀδυρμοὺς στὰ θηλυκά τους.