Ουδετερόθρησκο κράτος η Ελλάς γιατί «ο μαρξισμός είναι υλισμός»!

Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου

Όμαιμον, ομόγλωσσον, ομότροπον, ομόθρησκον.

Αυτοί είναι οι τέσσερις βασικοί πυλώνες ενός έθνους. Εύλογα θ’ αναρωτηθεί κανείς: δηλαδή οι Καραμανλήδες, που ήρθαν πρόσφυγες από την Καππαδοκία, δεν ήταν Έλληνες, αφού ήταν τουρκόφωνοι; Οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της Μακεδονίας, που αγωνίστηκαν στον Μακεδονικό Αγώνα κι έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα; Έλληνες του εξωτερικού, που έχουν απωλέσει το ομότροπον προσαρμόζοντας τα ήθη τους στα ήθη της χώρας όπου διαμένουν, παύουν να είναι Έλληνες; Οι Πομάκοι, που είναι μουσουλμάνοι, δεν είναι Έλληνες; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Καλώς ή κακώς, για κάποιους λόγους κάποιες μερίδες πληθυσμών έχασαν στο διάβα των αιώνων ένα εκ των τεσσάρων συστατικών του έθνους. Αυτό δεν τους πετάει αυτόματα εκτός του εθνικού κορμού, όσο διατηρούν αναλλοίωτο το αίμα – σε κάθε περίπτωση – και την εθνική τους συνείδηση.

Αυτή η εθνική συνείδηση επί Τουρκοκρατίας εκφράστηκε μέσα από τη θρησκεία – την ορθοδοξία. Παρ’ όλο που σε αρκετές περιοχές τα ελληνικά είχαν απαγορευτεί κι ο κόσμος ήταν αναγκασμένος να μιλά τουρκικά, είχε ωστόσο συναίσθηση της ελληνικότητάς του λόγω της θρησκείας. Ήταν αυτή που τους ξεχώριζε από τους Οθωμανούς και λειτούργησε ως πολιτισμικό φράγμα, ώστε να μην εκτουρκιστούν οι Έλληνες κι αφομοιωθούν από τον κατακτητή. Πολλοί Πόντιοι και Καραμανλήδες, αλλά και άλλοι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και της Τουρκίας, έχασαν τη γλώσσα τους, όμως διατήρησαν τη θρησκεία τους. Σε αρκετούς είχε τεθεί το δίλημμα ν’ αποφασίσουν αν θα κρατούσαν τη γλώσσα ή τη θρησκεία και προτίμησαν τη θρησκεία, καθώς θεώρησαν ότι αυτή, με τα ήθη της και τα έθιμά της (ομότροπον) πέρα από την κοινή πίστη, θα λειτουργούσε ως πιο ισχυρός συνεκτικός κρίκος για να τους δένει με το έθνος. Δεν έσφαλαν. Ακόμα και στα βάθη της Τουρκίας, ο χριστιανισμός κατόρθωσε αυτούς να τους ξεχωρίζει πάντα από τους μουσουλμάνους συγχωριανούς τους. «Οι χριστιανοί» έλεγαν, όχι «οι Έλληνες». Δεν τους ένοιαζε εξ άλλου αν ήσουν Έλληνας, Αρμένιος ή Ασσύριος. Ο Τούρκος σ’ έβλεπε απλώς ως χριστιανό, ενώ αντίστοιχα σε θεωρούσε Τούρκο ό,τι καταγωγής κι αν ήσουν, αν ασπαζόσουν το Ισλάμ. Αυτό δε συνέβη βέβαια με τους χριστιανούς, που διατήρησαν τις εθνικές του συνειδήσεις και θα εξηγήσω παρακάτω τον λόγο.

Ο ελληνισμός λοιπόν είναι συνυφασμένος με την ορθοδοξία εδώ κι αιώνες, γι’ αυτό και τα θεμέλια του ελληνικού κράτους τέθηκαν πάνω της, επικυρώνοντας έτσι τον ισχυρό δεσμό Ελληνισμού-Ορθοδοξίας. Πρέπει να τονιστεί ωστόσο, ότι οι Έλληνες ποτέ δεν αντιλήφθηκαν την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό ως ταυτόσημα, αλλά έβλεπαν την πρώτη ως αναπόσπαστο κομμάτι του δεύτερου. Δεν μπορούσαν δηλαδή να διανοηθούν Ελληνισμό χωρίς Ορθοδοξία, αλλά δεν τα θεωρούσαν ένα και το αυτό. Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα για παράδειγμα είδαμε σλαβόφωνους Έλληνες αγωνιστές να πολεμούν κατά των επίσης ορθόδοξων Βουλγάρων, έχοντας πλήρη συναίσθηση της ελληνικότητάς τους. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι Έλληνες είχαν από παλιά ενσωματώσει την πίστη στη φυλή κι όχι το αντίθετο. Γι’ αυτό και η ελληνική διέφερε στη συνείδησή τους από τις άλλες ορθοδοξίες, από των Βουλγάρων επί παραδείγματι ή από των Αρμενίων. Γιατί ήταν ένα φαινόμενο ελληνικό, μια πίστη εμποτισμένη από τα ελληνικά ιδεώδη, ήθη και αξίες.

Κι ερχόμαστε λοιπόν στο σήμερα, μια εποχή πλήρους ηθικής κατάπτωσης σ’ ένα κράτος σαθρό, αντεθνικό και αντιλαϊκό, όπου ο πόλεμος εναντίον της Ορθοδοξίας είναι πιο φανερός από ποτέ. Η αριστερά ακολουθεί κατά γράμμα τις επιταγές του Λένιν και προχωρά με ταχείς ρυθμούς όχι μόνο στο διαχωρισμό κράτους-Εκκλησίας, αλλά και στην αναθεώρηση του Συντάγματος με στόχο την κατάργηση της επίσημης θρησκείας. Να γίνουμε «κράτος ουδετερόθρησκο», λένε, καθώς στην εποχή μας είναι γενικότερα της μόδας το ουδέτερο. Να μην υφίσταται διάκριση σε φύλα, θρησκείες, εθνικότητες, χρώματα… Όλα ουδέτερα. Να μην υπάρχουν ιδιαίτερες ταυτότητες εν ολίγοις, να εξαλείψουμε τη διαφορετικότητα και την κάθε ιδιαιτερότητα χάριν της γενικότερης ισότητας.

Υπάρχουν όμως κι άλλοι λόγοι, για τους οποίους πολεμούν τον χριστιανισμό συγκεκριμένα, με τόσο μένος, ενώ είναι πολύ πιο ανεκτικοί με τις άλλες θρησκείες. Εν πρώτοις η ιδιότητά του ως συνεκτικό στοιχείο του έθνους, όπως το αναλύσαμε παραπάνω. Ένας λαός χωρίς κοινή πίστη χειραγωγείται, αλλά και διαιρείται πολύ πιο εύκολα. Όταν δεν υπάρχουν πλέον ταυτοτικοί δεσμοί με τον πλησίον σου, παύει και το αίσθημα του ανήκειν στο ίδιο σύνολο, στην ίδια κοινότητα. Ο δεύτερος λόγος μας έρχεται από τον ίδιο τον Λένιν:

«Ο μαρξισμός είναι υλισμός. Ως τέτοιος είναι εξίσου αμείλικτα εχθρικός προς τη θρησκεία, όσο και ο υλισμός των εγκυκλοπαιδιστών του ΧVΙΙΙ αιώνα ή ο υλισμός του Φόιερμπαχ. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Μα ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ και του Έγκελς προχωρεί πιο πέρα από τους εγκυκλοπαιδιστές και τον Φόιερμπαχ, εφαρμόζοντας την υλιστική φιλοσοφία στον τομέα της ιστορίας, στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας. Αυτό είναι το αλφάβητο όλου του υλισμού και, συνεπώς, και του μαρξισμού. Μα ο μαρξισμός δεν είναι υλισμός που σταμάτησε στο αλφάβητο. Ο μαρξισμός προχωρεί πιο πέρα. Ο μαρξισμός λέει: πρέπει να ξέρουμε ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας, και γι’ αυτό πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας μέσα στις μάζες. Την πάλη κατά της θρησκείας δεν μπορούμε να την περιορίζουμε σ’ ένα αφηρημένο ιδεολογικό κήρυγμα, δεν μπορούμε να την ανάγουμε σ’ ένα τέτοιο κήρυγμα. Την πάλη αυτή πρέπει να την συνδέσουμε με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας.»

Ο μαρξισμός είναι υλισμός. Ο χριστιανισμός είναι το ακριβώς αντίθετο, καθώς προϋποθέτει την πίστη στην ύπαρξη της ψυχής και την αθανασία της, άρα και στη μεταθανάτια ζωή, και οδηγεί σε πνευματικές αναζητήσεις, σκληραγώγηση του πνεύματος και κατά συνέπεια απομάκρυνση από τον υλισμό. Ο χριστιανισμός, αν μπορούσε να δοθεί ένα συνώνυμο μη θρησκευτικού χαρακτήρα, θα μπορούσε να ονομαστεί και αντι-υλισμός. Και γι’ αυτό ο Στρατηγός Ντεγκρέλ έλεγε ότι ο μπολσεβικισμός μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο με τον χριστιανισμό.

Όλα τα παραπάνω εξηγούν τον λυσσαλέο πόλεμο εκ μέρους της Αριστεράς στον χριστιανισμό, η οποία παράλληλα δε δείχνει να ενοχλείται από τον θρησκευτικό φανατισμό των αλλογενών καλεσμένων της, εφ’ όσον αυτοί μπορούν να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς της. Για την Αριστερά η μόνη αληθινή – αν και όχι θεϊκού περιεχομένου – θρησκεία είναι ο μαρξισμός και σ’ αυτόν παραμένει πιστή, ακολουθώντας με εντυπωσιακή ιδεολογική συνέπεια τα διδάγματα των αποστόλων του:

«Ολόκληρο το πρόγραμμα μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι’αυτό η εξήγηση του προγράμματος μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα του αθεϊσμού. Η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική-δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει ν’αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλειάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως στην ανάγκη ν’ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδωσε κάποτε ο Ένγκελς στους γερμανούς σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής φιλολογίας του XVIII αιώνα.» (Λένιν, «Σοσιαλισμός και Θρησκεία», 3/12/1905)

Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω, πως όποιος παπαγαλίζει τα επιχειρήματα της αριστεράς κι επιδεικνύει το ίδιο μένος με την αριστερά απέναντι στον χριστιανισμό, θα πρέπει να κάνει μια αναθεώρηση των αξιών του. Είναι πιθανόν να βρίσκεται στη λάθος πλευρά… Δε νοείται να δηλώνει κανείς εθνικιστής και να χτυπά έναν εκ των τεσσάρων πυλώνων του έθνους.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ