Νίτσε: Χρειάζεται μια αριστοκρατία ευγενών, δημιουργών και σπορέων του μέλλοντος!

Ένας μεγάλος τύραννος μπορούσε να ‘ρθει, ένας πανούργος διάβολος που με τη συμπάθεια και την αντιπάθειά του, να ζορίσει και να ξαναγιάσει όλο το παρελθόν ώσπου να γίνει γέφυρα, προάγγελμα, κήρυκας και λάλημα του κόκορα. Αυτός όμως είν’ ο άλλος κίνδυνος και η άλλη ευσπλαχνία μου: –οι συλλογισμοί του όχλου, τραβάν πίσω, μονάχα μέχρι του παππού, και με τον παππού, τελειώνει ο χρόνος γι’ αυτούς. Εγκαταλειμμένο, λοιπόν, είναι κάθε περασμένο, γιατί θα μπορούσε να γίνει κι ο όχλος κυρίαρχος και να πνίξει μια εποχή, στα ρηχά νερά. Γι’ αυτό, αδέρφια μου, είν’ ανάγκη από μια καινούρια αριστοκρατία, αντίπαλη σε κάθε όχλο, και σε κάθε εξουσία της βίας.

Χρειάζεται μια καινούρια αριστοκρατία, να γράψει απάνω σε καινούριους πίνακες τη λέξη «ευγένεια». Επειδή πολλοί ευγενείς χρειάζονται και πολλών λογιών, για να υπάρξει αριστοκρατία! Ή όπως είπα άλλη φορά, παραβολικά: «αυτό ακριβώς είναι το θείο, ότι υπάρχουν θεοί, κι όχι θεός».

Ω αδερφοί μου, σας οδηγώ σε μια νέα αριστοκρατία: πρέπει να γίνετε δημιουργοί και παιδαγωγοί, και σπορείς του μέλλοντος: – αληθινά, όχι σε μια αριστοκρατία που θα αγοράζατε αμέσως σαν τους μπακάληδες με μπακάλικο χρυσάφι: γιατί όλα όσα έχουν διατίμηση, έχουν μικρή αξία. Κι από ‘δω και πέρα, όχι το από πού ερχόσαστε, αλλά το πού πηγαίνετε, ν’ αποτελεί την τιμή σας. Η θέλησή σας και το ποδάρι σας που επιθυμεί να ξεπεράσει τον εαυτό σας – αυτό να είναι η νέα σας τιμή!

Όχι, φυσικά γιατί κάποια φορά υπηρετήσατε έναν ηγεμόνα. Τι νόημα έχουν πια οι ηγεμόνες! ή χρησιμοποιηθήκατε για στυλοβάτες του καθεστώτος για να στέκεται πιο στέρεα. Ούτε γιατί η γενιά σας έγινε αυλική στην αυλή, και μάθατε παρδαλοί σα φοινικόπτερα, να στέκεστε όρθιοι ώρες πολλές μέσα σε ρηχά τέλματα. – γιατί να μπορείς να στέκεσαι όρθιος, αυτό είναι, μεγάλο προσόν για τον αυλικό, και όλοι οι αυλικοί θαρρούν ότι είναι μια μεταθανάτια ευδαιμονία να τους δοθεί η άδεια να καθίσουν. Μήτε μακαρίζω τους προγόνους σας, γιατί ένα πνεύμα, άγιο καθώς το λένε, τους οδήγησε στη γη της επαγγελίας. Γιατί εκεί που βλάστησε το χειρότερο δέντρο, ο σταυρός, εκεί, τίποτα δε βρίσκεται αξιέπαινο. Κι αλήθεια, όπου κι αν οδήγησε κείνο το «Άγιο Πνεύμα», όλο τρέχαν μπροστά από πομπές: γίδες, χήνες, ξεροκέφαλοι κι ανισόρροποι.

Ως αδερφοί μου, η αριστοκρατία σας, πρέπει να μην κοιτάζει πίσω μα μπροστά, πρέπει να είστε οι εξόριστοι απ’ όλες τις προπατορικές και πατρικές σας χώρες! Τη χώρα των παιδιών σας πρέπει ν’ αγαπάτε: αυτή η αγάπη ας είναι η καινούρια σας ευγένεια -την ανεύρετη χώρα στις αλαργινές θάλασσες, ν’ αγαπάτε, αυτή προστάζω να γυρεύουν τ’ άρμενά σας, ολοένα να γυρεύουν τ’ άρμενά σας! Με τα παιδιά σας, πρέπει να διορθώσετε το γεγονός, ότι είστε παιδιά των πατέρων σας: έτσι, πρέπει να λυτρώσετε ολάκερο το παρελθόν.

Ετούτο τον καινούριο πίνακα κρεμάω από πάνω σας! «Γιατί να ζούμε; Όλα μάταια! Ζωή είναι ν’ αεροκοπανάς! Ζωή είναι να καίγεσαι, αλλά να μη ζεσταίνεσαι!» Τέτοιες απαρχαιωμένες φλυαρίες, νομίζονται ακόμα για σοφία. Επειδή όμως είναι παλιά και μυρίζει μούχλα, γι’ αυτό την τιμάν πιο πολύ. Γιατί ακόμα, κι η μούχλα ευγενίζει. Παιδιά, μπορούν να μιλάν έτσι, φοβόνται τη φωτιά, γιατί τα ‘καιγε! Πολλά παιδιαρίσματα βρίσκονται στα παλιά βιβλία της σοφίας. Κι όποιος ολοένα λιχνίζει άχερα πώς μπορεί να κοροϊδέψει αυτούς που λιχνίζουν στάρι. Τέτοιων ηλίθιων το στόμα πρέπει να κλειστεί. Αυτοί δε φέρνουν στο τραπέζι τίποτα, μήτε μια πείνα της προκοπής: και τώρα βλαστημάν, «όλα είναι μάταια!» Όμως το καλό φαγοπότι αδερφοί μου, μα την αλήθεια, δεν είναι μάταιη δουλειά. Θρυψαλιάστε τους πίνακες όσων δε χαίρονται ποτέ! «Για τον καθαρό, είν’ όλα καθαρά», λέει ο λαός. Κι εγώ σας λέω: «για τα γουρούνια, όλα είναι γουρούνια!» Για δαύτο οι ψωροφαντασμένοι κι όσοι γέρνουν την καρδιά τους και το κεφάλι υποτακτικά, κηρύχνουν: «ο κόσμος είν’ ένα λασπωμένο τέρας». Επειδή όλοι αυτοί έχουν λασπωμένο πνεύμα και πιο πολύ απ’ όλους όσοι δε βρίσκουν ησυχία κι αναπαμό, αν δεν δουν τον κόσμο από πίσω, – του άλλου κόσμου οι εραστές! Εγώ σ’ αυτούς λέω κατάμουτρα, κι ας μην είναι τόσο ευγενικό, ο κόσμος μοιάζει με τον άνθρωπο σ’ αυτό, ότι κι εκείνος έχει έναν πισινό – αυτό είν’ η αλήθεια. Είναι στον κόσμο πολλή λάσπη -αυτό είν’ η αλήθεια, μα ο κόσμος δεν είν’ απ’ αυτό ένα λασπωμένο τέρας. Είναι πολλή σοφία στο γεγονός ότι πολλά στον κόσμο βρομάν: κι η αηδία, δημιουργεί φτερά, και δυνάμεις που μαντεύουν τις πηγές. Κι οι πιο καλοί ακόμα, έχουν κάτι το αηδιαστικό, κι ο πιο καλός ακόμα είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί.

Ω αδέρφια μου, πολλή σοφία βρίσκεται στο γεγονός ότι, είναι σοφό να υπάρχει πολλή λάσπη στον κόσμο! Τέτοια λόγια άκουσα να λένε στη συνείδησή τους οι θεοφοβούμενοι οραματιστές της μελλούμενης ζωής, και πραγματικά, χωρίς κακία, και ψευτιά, – αν και δεν είναι τίποτα πιο ψεύτικο στον κόσμο: «Άφησε λοιπόν τον κόσμο να μένει κόσμος, μήτε το δαχτυλάκι σου μη σηκώνεις. Έτσι θα συνηθίσουν να αποφεύγουν τον κόσμο». «Και την ίδια τη λογική σου, είν’ ανάγκη να τη στραγγαλίσεις, γιατί είναι μια λογική του κόσμου τούτου, έτσι θα μάθεις κι εσύ ο ίδιος ν’ απαρνιέσαι τον κόσμο». – Θρυψαλιάστε, θρυψαλιάστε αδέρφια μου, τους παλιωμένους πίνακες των ευσεβών! Θρυψαλιάστε, θρυψαλιάστε με το λόγο όσα λεν οι δυσφημιστές του κόσμου! «Όποιος πολλά μαθαίνει, κάθε δυνατή επιθυμία ξεμαθαίνει» -να, τι ψιθυρίζουν σήμερα στους σκοτεινιασμένους δρόμους.

«Η σοφία κουράζει, δεν αξίζει τίποτα, πρέπει να μην επιθυμείς», -αυτόν τον καινούριο πίνακα βρήκα κρεμασμένο και σ’ ανοιχτές πλατείες ακόμα. Θρυψαλιάστε μου, ω αδέρφια μου, θρυψαλιάστε κι αυτόν τον καινούριο πίνακα. Οι παρακμασμένοι της ζωής τον κρέμασαν, οι κήρυκες του θανάτου, ακόμα κι οι δεσμοφύλακες τον κρέμασαν, γιατί κι αυτό είν’ ένα κήρυγμα δουλείας! Επειδή διδάχτηκαν στραβά και δε διδάχτηκαν τα καλύτερα, κι όλα πολύ πριν απ’ την ώρα τους τα διδάχτηκαν, κι όλα πολύ βιαστικά: επειδή κακόφαγαν, γι’ αυτό χάλασαν το στομάχι τους -γιατί ένα χαλασμένο στομάχι είναι το πνεύμα τους, αυτό τους συμβουλεύει το θάνατο!

Γιατί αλήθεια αδερφοί μου, το πνεύμα είν’ ένα στομάχι! Η ζωή είναι μια πηγή χαράς: μα σ’ όποιον αφήνει να του μιλάει το χαλασμένο στομάχι, τον πατέρα της θλίψης δηλαδή, τότε είναι φαρμακωμένες όλες οι πηγές. Η γνώση: να, ποια είναι η χαρά των όσων έχουν λιονταροθέληση, μα όποιος απόστασε, θα υποταχτεί σε ξένη θέληση, θα γίνει το παιχνίδι όλων των κυμάτων. Αυτό γίνεται με τους αδύνατους: χάνονται στους ίδιους τους δρόμους τους. Στο τέλος τους ρωτάει η κούρασή τους: «γιατί πήραμε αυτό το δρόμο; Ίδια είναι όλα!» Σ’ αυτών τ’ αφτιά, αντιλαλεί χαρούμενα το κήρυγμα: «τίποτα δεν αξίζει! Πρέπει να μη θέλετε!» Αυτό όμως είναι κήρυγμα δουλείας! Ω, αδέρφια μου, σαν δροσάτο φύσημα ωραίο, έρχεται ο Ζαρατούστρας σ’ όσους κούρασε ο δρόμος. Πολλές μύτες θα φταρνιστούν εξαιτίας του. Και μέσα από τοίχους ακόμα, φυσάει λεύτερη η πνοή μου, και μέσα από ντουβάρια ακόμα, και μέσα σε φυλακές, και σε μυαλά φυλακισμένα! Η θέληση λευτερώνει: γιατί θέλω θα πει, ενεργώ: Να, τι κηρύχνω εγώ, και μονάχα να δημιουργείτε πρέπει να μάθετε! Πρέπει να μάθετε ακόμα και το πώς να μαθαίνετε από μένα και να μαθαίνετε σωστά! Αυτός που έχει αφτιά ν’ ακούει, ας ακούσει.!

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα