Ο δρόμος της Αρετής και ο δρόμος της Κακίας

Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου

Όταν ο Ηρακλής ήταν 18 χρονών, πολύ προτού πραγματοποιήσει τους γνωστούς σε όλους μας άθλους του, έφτασε μια μέρα σ’ ένα σταυροδρόμι. Κάθισε για λίγο να ξαποστάσει και σκεφτόταν ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσει. Τότε εμφανίστηκαν εμπρός του δυο γυναίκες. Η μια ήταν εντυπωσιακή, επιβλητική, φτιασιδωμένη, με βαριά στολίδια και βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις. Το όνομά της ήταν Κακία. «Έλα μαζί μου», του είπε απλώνοντάς του το χέρι. «Θα σου προσφέρω ηδονές, πλούτη, γυναίκες… Ό,τι ζητήσεις θα το έχεις. Έλα μαζί μου.» Ο Ηρακλής κοίταξε τον δρόμο που του έδειχνε. Ένας δρόμος εύκολος· ίσιος και στρωτός. Στον διπλανό δρόμο στεκόταν η άλλη γυναίκα. Ντυμένη λιτά, σεμνά, χωρίς κοσμήματα και περιποιημένη κόμη. Το πρόσωπό της καθαρό, χωρίς φτιασίδια. Το βλέμμα της αγνό και αυστηρό. Ο δρόμος πίσω της ήταν κακοτράχαλος και δύσβατος, γεμάτος πέτρες κι αγκάθια. «Έλα μαζί μου» τον κάλεσε. «Θα πονέσεις, θα ματώσουν τα πόδια σου, αλλά στο τέλος αυτού του δρόμου θα βρεις τη δόξα, την υστεροφημία, τη θέωση…» Ο Ηρακλής εν τέλει ακολούθησε τη δεύτερη. Το όνομά της ήταν Αρετή.

Αυτός ο μύθος είναι μια πολύ καλή αλληγορία για την επιλογή που όλοι καλούμαστε κάποια στιγμή αναπόφευκτα να κάνουμε σχετικά με το ποια στάση ζωής θέλουμε ν’ ακολουθήσουμε: εκείνη της άνεσης και των απολαύσεων, της βόλεψης, του ατομισμού, του υλισμού, ή εκείνη του μόχθου, του πνευματικού αγώνα, της αυταπάρνησης, την ανηφόρα του Καζαντζάκη, τον ηρωϊκό τρόπο ζωής του Συκουτρή.

Τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται πρώτα τα εντοπίζει κανείς στη δημοκρατία, η οποία διδάσκει στείρα δικαιώματα και θέτει τη μονάδα πάνω από το σύνολο. Ο φασισμός από την άλλη διδάσκει υποχρεώσεις, καθήκον, και θέτει το σύνολο πάνω από τη μονάδα. Η δημοκρατία σου διδάσκει να κάνεις αυτό που θέλεις χωρίς να σε νοιάζουν οι επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο, ο φασισμός σου μαθαίνει πως όλες σου οι αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το κοινωνικό σύνολο και γι’ αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα το όφελος αυτού. Η δημοκρατία σου διδάσκει να έχεις γνώμη, ο φασισμός να έχεις ευθύνη. Η δημοκρατία τονίζει το «θέλω», ενώ ο φασισμός το «πρέπει». Η δημοκρατία εκτρέφει την ανευθυνότητα κρύβοντας το άτομο πίσω από πλειοψηφίες, ο φασισμός αναγνωρίζει και τηρεί την ιεραρχία. Η δημοκρατία υποθάλπει την ατιμία, ο φασισμός εξαίρει την τιμή. Η δημοκρατία χτίζει μάζες από «εγώ», ο φασισμός χτίζει πολίτες-στρατιώτες έτοιμους γι’ αυτοθυσία και αυταπάρνηση. Η δημοκρατία σε καλοπιάνει με ευδαιμονισμό, ενώ ο φασισμός σου υπόσχεται σκληρό αγώνα. Τέλος, η δημοκρατία σου τάζει ισότητα (εξίσωση) επιδιώκοντας τη μετριότητα, ενώ ο φασισμός σε ωθεί να κοπιάσεις για την αριστεία. Σε ευθύ παραλληλισμό η δημοκρατία είναι ο δρόμος της Κακίας. Αντίθετα ο φασισμός δεν είναι άλλος από τον δρόμο της Αρετής, εκείνος δηλαδή που μέσα από κόπο, πόνο και συνεχή ανάβαση θα αναγάγει το πνεύμα σου σε ανώτερα επίπεδα, αντί να το αφήσει στάσιμο να βαλτώνει στη μετριότητα και τη μαλθακότητα της άνεσης και των υλικών απολαύσεων.

Και κάπου εδώ θα πρέπει να εξηγηθεί, ότι ως φασισμό εννοούμε ένα σύνολο ιδεών, οι οποίες προϋπήρχαν σαφώς του ιστορικού ιταλικού κινήματος, αλλά ωστόσο ο Μουσολίνι τις εξέφρασε πρώτος συγκεντρωμένες σ’ αυτό που ονόμασε φασισμό. Τις ίδιες ιδέες εντοπίζουμε και στον Ίωνα Δραγούμη, τον Ιωάννη Μεταξά, τον Νεοκλή Καζάζη και άλλους. Για να γίνει πιο κατανοητό, θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το άρθρο του Κ. Παλαμά Φιλοπατρία: «…ιδού ο τολμητίας, αξιοθαύμαστος φασισμός, αν τον εξετάσετε από περιωπής και ασχέτως προς τα συμφέροντα των καθέκαστα εθνών, μας υπομιμνήσκει την κατ’ εξοχήν ανάγκην ενός λαού δια να ζωογονηθή, να επικρατήση, να προκόψη, την παλαιάν και τόσον περιφρονουμένην φιλοπατρίαν το απλούστατον, φαεινότατον, πατροπαράδοτον ιδανικόν, το οποίον βαρυνθέντες να προσβλέπωμεν και να γευώμεθα ως άσπρο καλοψημένο ψωμί, μεταβάλλομεν εις αμφιβόλου ποιότητος καρύκευμα, εις αμφιβόλου Ελληνικότητος λέξιν, και το μετωνομάσαμεν εθνικισμόν.» (Αιρετικά κείμενα κατά της πολιτικής “ορθότητας”, εκδόσεις Νέα Σπάρτη)