Βιβλιοκριτική για το «Δόγμα του Φασισμού» και κριτική στον Φασισμό!

Γράφει ο Κώστας Τάταρης

Η πλειοψηφία του σύγχρονου αναγνωστικού κοινού δεν ξέρει να… διαβάζει. Υπό την έννοια αυτή, προτιμώ εκείνους που δε διαβάζουν τίποτα, από τους συνήθεις «αναγνώστες». Η απαιδευσία του μεγαλύτερου μέρους του σημερινού αναγνωστικού κοινού σε συνδυασμό με τη στενότητα σκέψης, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις του, κυριολεκτικά, θραύουν όρχεις.

Η παραπάνω διαπίστωση έχει να κάμει, όχι μόνον με την ελαφρότητα των επιλογών της «αναγνωστικής μάζας», αλλά και με την αντιμετώπιση από μέρους της φαινομένων του Εικοστού Αιώνα, καλλιτεχνικών, ιδεολογικών, πολιτικών, ρευμάτων σκέψης κτλ, αντιμετώπισης εξοργιστικά υπεραπλουστευτικής, πριν μπει στον κόπο να έρθει σε μια ουσιαστική γνωριμία μαζί τους.

Ο Φασισμός, πιο συγκεκριμένα ο Ιταλικός Φασισμός, αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το συγκεκριμένο φαινόμενο του προηγούμενου αιώνα, πολυσύνθετο ως προς την ουσία του, αν μη τι άλλο ενδιαφέρον, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα μελέτης της Πολιτικής Επιστήμης, αντιμετωπίζεται τόσο από «απλούς» αναγνώστες, όσο και από «διανοούμενους», (λέμε τώρα), με τις πιο υπεραπλουστευτικές ερμηνείες, τους πιο ηλίθιους αφορισμούς.

Η «ερμηνεία» του Φασισμού εξαντλείται είτε στην πράγματι τυχοδιωκτική επίθεση του ιδρυτή και αρχηγού του κατά της Χώρας μας, επίθεση που αντιμετωπίστηκε με την αξιοπρέπεια και αποφασιστικότητα που μας χαρακτηρίζει απέναντι στους όποιους εισβολείς και κατακτητές ανεξαρτήτως «χρώματος» και ιδεολογίας, είτε εκλαμβάνεται ως «δικτατορία της αστικής τάξης» και το «πιο βίαιο πρόσωπο του Καπιταλισμού», ως «ένα καθεστώς τραμπούκων που μισούσε το πνεύμα» και ο Φασίστας σαν ένας «κτηνώδης τύπος, που του αρέσει να δέρνει, και γενικά, να βιαιοπραγεί», αυτό άλλωστε σημαίνει και «φασιστική συμπεριφορά».

Αυτές οι απίστευτης ηλιθιότητας αρλουμπολογίες, μου θυμίζουν άλλες ηλιθιότητες, της «απέναντι» πλευράς.

Παλαιάς κοπής «εθνικόφρονες» χαρακτήριζαν κομμουνιστή όποιον είχε κοινωνικούς προβληματισμούς και …διάβαζε ποίηση. «Διαβάζει ποίηση, τι άλλο είναι από κουκουές;» Οι στρατευμένοι της άλλης πλευράς και οι πολλοί ηλίθιοι χαρακτηρίζουν «φασίστες» μια ευρεία γκάμα «τύπων», από τον καταπιεστή εργοδότη ή επιστάτη, μέχρι όποιον βασανίζει τα ζωάκια ή δέρνει τη γυναίκα του.

ΔΟΓΜΑ

Οι παραπάνω «κρίσεις» που, κυριολεκτικά, σου ανακατεύουν το στομάχι, όχι απλά αδυνατούν να απαντήσουν, αλλά αγνοούν ακόμη και στοιχειώδη ερωτήματα:
Αν ο Φασισμός ήταν «δικτατορία της αστικής τάξης» και «το βίαιο πρόσωπο του Καπιταλισμού», πως εξηγείται η πολιτική καταγωγή του Μουσολίνι από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της «σκληρής» πτέρυγας του Σοσιαλιστικού κόμματος, το ίνδαλμα των επαναστατών και ο φόβος των ρεφορμιστών, ο διευθυντής της «Avanti», που εκδιώχθηκε από το κόμμα μόνο και μόνο λόγω της θέσης του υπέρ της συμμετοχής της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν και η θέση όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης ως προς τη συμμετοχή των χωρών τους, πλην του Ιταλικού, του μοναδικού «ουδετερόφιλου» σοσιαλιστικού κόμματος, πως γίνεται, διάολε, ο πρώιμος Φασισμός να στελεχώθηκε από τους πιο σκληρούς «επεμβατιστές» σοσιαλιστές; Αν ήταν «ένα καθεστώς που μισούσε το πνεύμα» πως έγινε ελκυστικό για τα πιο πρωτοποριακά καλλιτεχνικά κινήματα της εποχής, πως συμβαίνει οι Ιταλοί Φουτουριστές με τον Φ.Τ. Μαρινέττι να υπήρξαν από την «αρχή» μέχρι το «τέλος» Φασίστες (οι Ρώσοι Φουτουριστές με τον Μαγιακόφσκι ήταν μπολσεβίκοι, οι Ιταλοί με τον Μαρινέττι φασίστες, με μεγάλη εκτίμηση εκατέρωθεν θεωρούσαν οι μεν τους δε επαναστάτες. Ο Μαγιακόφσκι έλεγε ότι μόνον έναν επαναστάτη καλλιτέχνη έχει η Ευρώπη, τον (φασίστα) Μαρινέττι. Στο λυκόφως του Φασισμού, τη «Δημοκρατία του Σαλό», αυτά τα φαινόμενα επαναλήφθηκαν και όχι αποκλειστικά μεταξύ Φουτουριστών).

Πως γίνεται, συνεχίζω, πρωτοπόροι του Θεάτρου όπως ο Πιραντέλλο, της μοντερνιστικής ποίησης, όπως ο Έζρα Πάουντ, ο – κατά κοινή ομολογία – μεγαλύτερος ποιητής του περασμένου αιώνα, να υπήρξαν Φασίστες; Ψιλά γράμματα…

Και όμως! Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά αυτής της ιδεολογίας είναι ότι συνδέθηκαν μαζί του τα πιο αντίθετα ρεύματα, οι πλέον διαφορετικές επιρροές, που αν δεν συνευρίσκονταν στο ίδιο «πεδίο», εκ των πραγμάτων θα ήταν «απέναντι».

Στην κοίτη του Φασισμού συνέπλευσαν Παραδοσιοκράτες με Φουτουριστές, Ρωμαιοκαθολικοί με παγανιστές, σκληροτράχηλοι «επεμβατιστές» σοσιαλιστές που αποχώρησαν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα μαζί με τον καινούργιο αρχηγό τους με «εστέτ» διανοούμενους και καλλιτέχνες, αγριεμένοι πολεμιστές του μετώπου με χειρώνακτες ή βιομηχανικούς εργάτες και ξωμάχους του κάμπου (η πρώτη φασιστική εφημερίδα που έφτιαξε ο Μουσολίνι, η “Popolo d’ Italia”, είχε ως προμετωπίδα: «η καθημερινή των πολεμιστών και των παραγωγών»). Αυτά τα διαφορετικά «συστατικά» που συνέθεσαν τουλάχιστον τον «πρωτοφασισμό» η τον «κινηματικό Φασισμό» του 1919, σηματοδοτούν ενδιαφέρουσες αντιφάσεις εντός του ίδιου «πεδίου», αντιφάσεις που είναι δείγμα όχι της αδυναμίας του (διότι η διαλεκτική προϋποθέτει την υπέρβαση των διαφορετικών «επιμέρους»), αλλά της γοητείας και της …αγωνίας του μεταβατικού ανθρώπου, του ανθρώπου που σηματοδοτεί το τέλος ενός κύκλου (το θάνατο του αναγεννησιακού, δυτικού πολιτισμού και την έλευση του νέου κύκλου).

Ο Καζαντζάκης, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της «μεταβατικής» εποχής, πήγε στη Ρωσία να μελετήσει τον Κομμουνισμό, αλλά και στην Ιταλία να μελετήσει το Φασισμό και είχε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον Μουσολίνι (στην πραγματικότητα ο δεύτερος πήρε συνέντευξη από τον πρώτο διότι ο Μουσολίνι ήθελε τις εντυπώσεις του Καζαντζάκη από τη Σοβιετική Ρωσία), τον Οκτώβριο του 1926, στη Ρώμη, στο Palazzo Chigi. Η σημαντική αυτή συνάντηση περιλήφθηκε αργότερα στο «Ταξιδεύοντας – Ιταλία) και περιέχεται μεταξύ άλλων σημαντικών κειμένων στο «Δόγμα του Φασισμού» που εκδόθηκε από τη «Νέα Γενεά» του Αλέξανδρου Καρρά σε μετάφραση από τα Ιταλικά της Ελένης Παπαδοπούλου και επιμέλεια Ελ. Παπαδοπούλου και Αλ. Καρρά (Δεκέμβριος 2017).

Η σημασία της έκδοσης αυτής (μαζί με το «Η αυτοβιογραφία μου» του Μουσολίνι από τις ίδιες εκδόσεις ), είναι μεγάλη: Κατ΄ αρχήν αυτό το βιβλίο έλειπε και η έκδοσή του αναπληρώνει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία και κατά δεύτερο λόγο οι σοβαροί αναγνώστες, δηλ. οι αναγνώστες που θέλουν να αποκτήσουν, εκτός των άλλων, μια σοβαρή πολιτική παιδεία και κουλτούρα, έχουν επί τέλους την ευκαιρία να αποκτήσουν μια πλήρη αντίληψη για το φαινόμενο του Φασισμού από την ίδια την «πηγή» του. Το ολιγοσέλιδο αυτό κείμενο (γραμμένο κατά το ήμισυ από τον «επίσημο» φιλόσοφο του Φασισμού Giovanni Gentile (Βασικές ιδέες) και το υπόλοιπο από τον ίδιο τον Mussolini) που συμπληρώνεται από άλλα σημαντικά κείμενα (όπως η «Πολιτική Διαθήκη» του Μουσολίνι, η προαναφερθείσα συνέντευξη του Καζαντζάκη, κρίσεις τρίτων για το Φασισμό), δίδει μια καλή εικόνα για αυτή την Ιδεολογία.

Η μετάφραση από τα Ιταλικά είναι εξαιρετική, ως Ιταλομαθής το επιβεβαιώνω, η επιλογή των κειμένων που συμπληρώνουν το «Δόγμα» πολύ προσεγμένη και η όλη επιμέλεια αισθητικά άψογη.

Η εξαιρετική αυτή έκδοση του Αλέξανδρου Καρρά κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου, και όσο κι αν φανεί περίεργο, βρίσκεται δίπλα στο «Κράτος και Επανάσταση» του Λένιν, το «Κόκκινο Βιβλίο» του Μάο Τσε Τουνγκ, όπως και «Η αυτοβιογραφία μου» του Μουσολίνι, (από τις ίδιες εκδόσεις) δίπλα στις «Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη» του Κροπότκιν. Περίεργο; Καθόλου! Ως αναγνώστης που σέβομαι τον εαυτό μου θέλω να «συνομιλώ» με όλα τα βασικά κείμενα που διαμόρφωσαν τον ταραγμένο κα υπέροχο Εικοστό Αιώνα, πέρα από το που βρίσκονται οι «συμπάθειες» ή «αντιπάθειές» μου. Πρέπει να έχουμε «ανοικτές κεραίες», αυτό είναι το ζητούμενο για έναν αναγνώστη.

ΜΠΕΝΙΤΟ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μέσα από την συγκεκριμένη έκδοση πληροφορούμαστε για τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την συγκεκριμένη ιδεολογία από τις υπόλοιπες.  Στον Φασισμό δεν προηγείται η επεξεργασμένη θεωρία, αλλά η Δράση και πριν από αυτή η Πίστη στην Ιδέα.

Η Ιδέα που δεν είναι επεξεργασμένο θεωρητικό σχήμα, αλλά «ενόραση» και «αποκάλυψη» αρχών «παλαιών όσο ο Κόσμος και καινούργιων όσο η σύγχρονη εποχή», η Ιδέα «γυμνή», απόλυτη, μεταφυσικά θεμελιωμένη. Από την Ιδέα νοηματοδοτείται η Δράση. Η Δράση αποτελεί αξία καθ’ εαυτή (οι πνευματικοί πατέρες του Φασισμού υπήρξαν ο φιλόσοφος «της ζωτικής ορμής» Ανρί Μπερξόν και ο αναρχοσυνδικαλιστής Ζωρζ Σορέλ με το «Σκέψεις πάνω στη βία», (σημαντικότατο βιβλίο ενός μεγάλου πολιτικού φιλοσόφου που, επίσης, πρέπει κάποτε να μεταφραστεί στη γλώσσα μας, η παλαιά έκδοση από τις εκδόσεις «Γερ. Αναγνωστίδη» έχει προ πολλού εξαντληθεί) και τη διαλεκτική «Μύθου» και «βίας», ακόμα και όταν ήταν σοσιαλιστής ο Μουσολίνι διάβαζε τον Μαρξ με «Μπερξονικά γιαλιά», μετά ακολουθούν ο Μακιαβέλι και οι υπόλοιπες επιρροές), η Δράση «καθαγιάζεται» από την Ιδέα (ή τον Σορελικό «Μύθο»), αλλά προηγείται του συγκροτημένου «αξιακού πλαισίου» και το διαμορφώνει, «ο ακτιβισμός» από μόνος του, που ξεκινά με την άρνηση των μέχρι τώρα επεξεργασμένων θεωριών, προηγείται της νέας «ορθολογικής επεξεργασίας», σχηματοποιεί εν κινήσει το νέο Δόγμα, η Δράση του ήρωα, του πολεμιστή του μετώπου, του «μελανοχίτωνα συντρόφου», που περιφρονεί το θάνατο. Ο Μουσολίνι υπήρξε για το Φασισμό ό,τι ο Μαρξ και ο Λένιν για τον Κομμουνισμό. Στη δική του όμως περίπτωση, ο «Λένιν» (ο πολιτικός ήρωας) προηγείται του «Μαρξ» (του εγκεφαλικού επιστήμονα και θεωρητικού) και κάτι περισσότερο: Διαμορφώνει τον «Μαρξ».

ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Το άλλο βασικό σημείο του Φασισμού, η κεντρική του έννοια, είναι η θέση του για το «Κράτος», «αν Φιλελευθερισμός σημαίνει άτομο, Φασισμός σημαίνει Κράτος», ένα Κράτος με συντεχνιακή βάση, που λύνει τις αντιφάσεις Καπιταλισμού και Κομμουνισμού, συγκεντρωτικό και παράλληλα αποκεντρωτικό, διότι «αναπνέει» μέσα από τις Συντεχνίες και Περιφέρειές του, που «δεν εκμηδενίζει, αλλά πολλαπλασιάζει τη δύναμη του πολίτη, όπως το Σύνταγμα πολλαπλασιάζει τη δύναμη του στρατιώτη», «όχι συντηρητικό, αλλά επαναστατικό», διότι δεν έχει «προεπαναστατικές» (προ του 1789) νοσταλγίες, «ο Φασισμός δεν βρίσκει στον ντε Μαιστρ τον προφήτη του», με αίσθηση «ιστορικής αποστολής» που έχει «αυτοκρατορικό προορισμό»… «Στο δόγμα του φασισμού η αυτοκρατορία δεν είναι μόνο μια έκφραση εδαφική ή πολεμική ή εμπορική, αλλά πνευματική και ηθική. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια αυτοκρατορία, δηλ. ένα έθνος που άμεσα ή έμμεσα ηγείται άλλων εθνών, χωρίς να χρειάζεται να κατακτήσει ούτε ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο εδάφους» (από το βιβλίο). Ένα Κράτος που διαμορφώνει ακόμα και το «σχήμα» του Έθνους, διότι το έθνος αν ειδωθεί καθαρά «νατουραλιστικά», βρίσκεται «εκτός Ιστορίας», ένα Κράτος με βάση «λαϊκή», διότι «Το Κράτος, ω σινιόροι, είναι ένα φρούριο και ή θα βάλεις το λαό μέσα σε αυτό και θα το υπερασπιστεί ή θα το βγάλεις έξω από αυτό και θα του επιτεθεί» (ο Μουσολίνι απευθυνόμενος στους ακαδημαϊκούς, αν θυμάμαι καλά το συγκεκριμένο ακροατήριο).

Βέβαια, οφείλω να επισημάνω, ότι, όπως συνέβη και με άλλες επαναστάσεις στον εικοστό αιώνα, «η φασιστική επανάσταση» προς το τέλος της καθεστωτικής εικοσαετίας έκανε συμβιβασμούς, συντηρητικοποιήθηκε, αντί να «επαναστατικοποιήσει τον μικροαστό, πολλές φορές «μικροαστικοποιήθηκε» η ίδια και ο «Ντουτσισμός» δηλ. η προσωπική εξουσία του ηγέτη, σε αρκετές περιπτώσεις, υποκατέστησε τον «Φασισμό», η επίθεση κατά της Χώρας μας, μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωμα του «Ντουτσισμού».

Όπως και να έχει, «Το Δόγμα του Φασισμού» εκδόσεων «Νέα Γενεά» καλύπτει ένα (απαράδεκτο) στη βιβλιογραφία μας κενό. Ως αναγνώστης θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον εκδότη Αλέξανδρο Καρρά και στη μεταφράστρια Ελένη Παπαδοπούλου.

 

0217e3da1076ce88a273690e6144cf71.jpg