Οι καμπάνες της Παναγίας των Παρισίων

Από το μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ:

Εκείνο που του έδινε λίγη ευτυχία ήταν οι καμπάνες. Τις αγαπούσε, τις χάιδευε, μιλούσε μαζί τους, τις κατανοούσε. Από τις μικρές καμπανούλες του καμπαναριού, πάνω από τη διασταύρωση, μέχρι τη χοντρή καμπάνα του πρόπυλου, ένιωθε για όλες την ίδια στοργή. Ωστόσο, ήταν αυτές οι ίδιες καμπάνες που τον είχαν κουφάνει. Όμως, είναι γνωστό πως οι μητέρες αγαπούν συνήθως περισσότερο το παιδί που τους έχει χαρίσει τις μεγαλύτερες πίκρες. Η αλήθεια είναι ότι η φωνή τους ήταν η μοναδική φωνή που του ήταν δυνατό να ακούει ακόμη. Κι έτσι, η πιο μεγάλη καμπάνα ήταν και η πιο αγαπημένη του. Αυτή την προτιμούσε απ’ όλη εκείνη την οικογένεια των φωνακλάδικων κοριτσιών που αναπηδούσαν τριγύρω του τις γιορτινές μέρες. Τούτη η βαριά καμπάνα άκουγε στο όνομα Μαρία. Ήταν μόνη στον κάτω πύργο, μαζί με την αδελφή της, τη Ζακλίν, μια μικρότερη καμπάνα κλεισμένη σε ένα κλουβί μικρότερο από της πρώτης. Ο Κουασιμόδος είχε, λοιπόν, δεκαπέντε καμπάνες στο σεράι του. Αλλά η χοντρή Μαρία ήταν η ευνοούμενή του.

Είναι αδύνατον να περιγράψει κανείς την έκταση της χαράς του τις μέρες της μεγάλης καμπανοκρουσίας. Τη στιγμή που ο αρχιδιάκος τον άφηνε και του έλεγε: «Εμπρός, πήγαινε!», αυτός ανέβαινε την περιστροφική σκάλα του καμπαναριού πιο γρήγορα απ’ όσο θα την κατέβαινε κάποιος άλλος. Ορμούσε ξεφυσώντας από την τρεχάλα στον εναέριο θάλαμο όπου βρισκόταν η χοντρή, βαριά καμπάνα, και στεκόταν μια στιγμή να την κοιτάξει με ευλάβεια και αγάπη, Ύστερα άρχιζε να της μιλά γλυκά, να τη χαϊδεύει παντού, σαν ένα καλό άλογο που το ετοιμάζουμε για να κάνει μεγάλο δρόμο. Την παρηγορούσε για τον κόπο που την περίμενε. Ύστερα απ’ αυτά τα πρώτα χάδια φώναζε στους βοηθούς του, που ήταν στο κάτω πάτωμα του πύργου, να αρχίσουν. Και τότε αυτοί κρεμιούνταν από τα σχοινιά, το μάγκανο έτριζε και το γιγαντιαίο μεταλλικό κουδούνι λικνιζόταν αργά.