Στην Παναγία της Γαλλίας

– Αγαπημένη Παναγιά, τι έχεις και στενάζεις;
Γιατί τα μαύρα ντύθηκες και σάβανο βαστάζεις;
Τι τάχα σ’ έκανε να κλαις, γλυκιά μου Παναγία
και θρήνο σέρνεις ν’ ακουστεί σε όλη τη Γαλλία;

– Το σπίτι μου, του Παρισιού το κόσμημα με στάχτες
σκεπάστηκε, το ζώσανε φριχτοί πύρινοι φράχτες
και σίγησαν οι ξακουστές του πύργου του καμπάνες,
δακρύζουν οι καμπούρηδες και κλαίνε οι τσιγγάνες.

– Ανάθεμα στο άσεβο, μιαρό εκείνο χέρι,
που τέτοιο κρίμα τόλμησε απάνω του να φέρει
και στης φωτιάς παρέδωσε το λαίμαργο θηρίο
οχτώ αιώνες μονομιάς και τέτοιο μεγαλείο.

Δεν είν’ απλά μια εκκλησιά, μα η ίδια η Παναγιά μας,
ο θρύλος, η ιστορία μας, βαριά κληρονομιά μας.
Δώσε μου δύναμη, Κυρά, αφού πρώτα πενθήσω,
ορθός και πάλι να σταθώ, και ‘γω θα σ’ εκδικήσω.

Και θα ‘ρθει πάλι ο καιρός η Ευρώπη να ξυπνήσει
και όσα της αρπάξανε ξανά να διεκδικήσει,
πολιτισμό απ’ την αρχή να χτίσει κι ιστορία
και νέες δόξες να χαρεί, καινούργια μεγαλεία.

Ελένη Παπαδοπούλου