Μια Μεγάλη Παρασκευή του Κορνήλιου Κοντρεάνου

Ένας νεαρός άνδρας περίπου στην ηλικία μου μπήκε επίσης στο βαγόνι μου στην επόμενη στάση. Αμέσως διαπίστωσα ότι ήταν καλοί φίλοι και ότι ο νεαρός άνδρας ήταν Ρουμάνος. Ο Εβραίος έριξε λίγο καφέ από το θερμός του και έβγαλε λίγες φέτες κέικ από ένα δέμα. Ξεκίνησε να τρώει. Έτρωγε σα λύκος. Άρχισε να καταπίνει πριν συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε προσκαλέσει το φίλο του να συμμετάσχει, κάτι που αμέσως έπραξε. Ο νεαρός άνδρας πήρε ένα κομμάτι κέικ και ένα ποτήρι καφέ και άρχισε να τρώει δειλά, δείχνοντας ευγνωμοσύνη και σεβασμό στον πλούσιο Εβραίο για την «προσοχή» που του έδωσε. Ήταν περίπου 5 το πρωί, δεν είχε φέξει ακόμα. 

Μεγάλη Παρασκευή. Ημέρα των Αγίων Παθών. Λυπημένος αναρωτήθηκα: «Ποιος άραγε είναι αυτός ο αλήτης, ο νεαρός Ρουμάνος, που την ημέρα που όλοι οι Χριστιανοί νηστεύουν, αυτός τρώει κέικ παρέα με έναν Εβραίο, τον βασανιστή των Ρουμάνων;»

[…] Όταν ξημέρωσε, τα βλέμματά ας συναντήθηκαν, του νεαρού και το δικό μου. Κατάλαβα ότι με ήξερε. Αγχωμένος, έχασε το χρώμα του. Και εγώ το αναγνώρισα. Πίσω στο 1923 ήταν ένας Χριστιανός εθνικιστής φοιτητής. Βρισκόταν στις πρώτες γραμμές στη διαδήλωση μιας φοιτητικής ομάδας, τραγουδώντας:

«Και θα συντρίψουμε τους Εβραίους κάτω από τα πόδια μας

ή θα πεθάνουμε με δόξα» κτλ…

Σκέφτηκα, γεμάτος πικρία: «Αν όλη η νεολαία που αγωνίζεται γίνει έτσι αύριο, τότε αυτός ο λαός μας πρέπει να πεθάνει. είτε μέσω εβραϊκής κατάκτησης, είτε από πλημμύρες, σεισμό ή δυναμίτη – δεν έχει σημασία με ποιον τρόπο – πρέπει να πεθάνει.

Κορνήλιου Κοντρεάνου, Για τους Λεγεωνάριούς μου, εκδόσεις Θ. Κοσμάς