Κοντρεάνου: Ανάσταση στη φυλακή

Ω μητέρα, εσύ που κλαις μόνη σου σε μια γωνιά του σπιτιού και που κανείς δεν σε βλέπει, να ξέρεις ότι και εμείς κλαίμε για σένα, αυτή την πασχαλιάτικη μέρα, ο καθένας μέσα στο κελί του! Χθες ζήτησα να έρθει ο κουρέας για να μου ξυρίσει τα γένια, τα οποία είχαν πυκνώσει ύστερα από μια εβδομάδα πάνω στο παγωμένο πρόσωπό μου. Ήρθε ο κουρέας της φυλακής, ένας φτωχός, καταδικασμένος τσιγγάνος. Με ξύρισε και, για πρώτη φορά μέσα σε μια εβδομάδα, ένιψα το πρόσωπό μου.

Περιμένω την Ανάσταση του Κυρίου μας. Θα πρέπει να ζητήσω από τον υπασπιστή ένα κερί. Εδώ, δεν υπάρχει η πιθανότητα να το αγοράσω, ίσως όμως να έχει φυλάξει μερικά στο γραφείο του. Οι δυο αξιωματικοί, ο Υπολοχαγός Μαστακάν και ο Υπολοχαγός Χ., ήρθαν για επιθεώρηση πριν την ώρα που θα κλείσουν οι πόρτες. Στο κελί που με μετέφεραν, η λάμπα δεν άναβε. Τι δυστυχία! Σκέφτηκα πως όλα αυτά είναι κακός οιωνός. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, θα γιορτάσω την Ανάσταση χωρίς φως – μέσα στο σκοτάδι. Μόνος.

[…] Κύριε, σε παρακαλώ, αυτή τη νύχτα της Ανάστασης, δέξου τη θυσία μου! Πάρε τη ζωή μου! Αφού για σένα, ω Πατρίδα, οι ζωές μας δεν είναι απαραίτητες. Ο θάνατός μας είναι αυτό που επιθυμείς. Είναι περασμένα μεσάνυχτα, δίχως αμφιβολία. Ποιος ξέρει, ίσως να είναι και μία η ώρα τα ξημερώματα. Δεν άκουσα τις καμπάνες να ηχούν την Ανάσταση. Ανάβω το κερί και ψέλνω το παραδοσιακό «Χριστός Ανέστη!» Οι άνθρωποι, στις πόλεις και στα χωριά, γυρίζουν στα σπίτια τους με αναμμένα κεριά. Ο λαός μας, όλος ο λαός μας και οι οικογένειές του, κλαίει αυτή τη νύχτα.

Corneuliu Codreanu, Σημειώσεις φυλακής, εκδόσεις Νέα Γενεά

ΚΟΝΤΡΕΑΝΟΥ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΦΥΛΑΚΗΣ - ΙΟΥΛΙΟΣ ΕΒΟΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ