Αγάπη και υποκρισία

rexfeatures_5712252a

Γράφει ο Νίκος Μετοχίτης

Απάντηση στους αντιχρίστους νεωτεριστές.

Με αφορμή την Μ. Εβδομάδα και την εορτή της Αναστάσεως, διάφοροι νεωτεριστές και άθεοι επιδίωξαν άλλη μία φορά να προκαλέσουν, να χλευάσουν και να ειρωνευτούν την Εκκλησία και τους χριστιανούς. Το βασικότερο επιχείρημά τους είναι ότι οι χριστιανοί που πάνε στην Εκκλησία είναι υποκριτές, πως το κάνουν για τα «μάτια του κόσμου» και πως μόλις βγουν από τον ναό θα αρχίσουν πάλι να δυσφημούν και να συκοφαντούν τον συνάνθρωπό τους, αγνοούντες τους λόγους του Χριστού που μίλησε ενάντια στην θρησκευτική υποκρισία των Φαρισαίων, την ψεύτικη ηθικολογία και την τυπολατρία. Εκ πρώτης όψεως, αυτά ακούγονται σωστά, όπως και είναι από μία άποψη. Πράγματι, ο Ιησούς άσκησε κριτική στην στάση του Ιουδαϊκού ιερατείου, που έβλεπε μόνο το γράμμα του Νόμου και παρέβλεπε το πνεύμα του. Όμως, εάν εμβαθύνουμε λίγο στα πράγματα, θα δούμε πως αυτοί οι οποίοι ασκούν κριτική στους διαφόρους υπαρκτούς και ανύπαρκτους υποκριτές χριστιανούς, είναι στην πραγματικότητα χειρότεροι από αυτούς, πολύ χειρότεροι μάλιστα.

Τι είναι η αγάπη στον Χριστιανισμό;

Ένα θέμα που χρησιμοποιούν συνεχώς οι διάφοροι αντίχριστοι ανθρωπιστές είναι πως ο Χριστός μίλησε για αγάπη, ενώ οι σύγχρονοι χριστιανοί, με πρώτους – πρώτους τους ιερείς, δεν αγαπάνε πραγματικά όλο τον κόσμο όπως δίδαξε Εκείνος, αλλά υποκρίνονται πως αγαπούν για να φαίνονται καλοί χριστιανοί. Εδώ έχουμε μία θεμελιώδη παρερμηνεία, οφειλόμενη στην άγνοια συνήθως, για το τι είναι αγάπη για τον χριστιανό που ζει το μήνυμα του Χριστού. Για την Εκκλησία αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα το οποίο μας κάνει να νιώθουμε ωραία. Δεν είναι η αγάπη ένα συναισθηματικό ζήτημα μόνο. Η αγάπη, για τον χριστιανισμό είναι μεταμορφωτική δύναμη που αλλάζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, την ψυχή και το σώμα του ακόμα. Η απλή συναισθηματική αγάπη, που περιορίζεται σε αγκαλίτσες, φιλιά και αγαπολογίες (για να μην φτάσουμε σε άλλα θέματα) είναι η κατώτερη μορφή αγάπης. Διότι αυτή η αγάπη είναι που πολύ εύκολα μπορεί να γίνει υποκρισία. Αυτοί οι οποίοι βιώνουν στην πληρότητά της αυτήν την υπαρξιακή αγάπη, που αλλάζει όλη την υπόσταση του ανθρώπου, αυτοί οι οποίοι κενώθηκαν ψυχικά από τα πάθη και τις αμαρτίες τους, είναι αυτοί που οι αντίχριστοι ανθρωπιστές θεωρούν στην καλύτερη περίπτωση ως γραφικούς γέροντες και στην χειρότερη ως αντικοινωνικά στοιχεία ή σχιζοφρενείς. Για ποια αγάπη λοιπόν μιλούν; Αν μιλάνε για την υψηλή, την νοερά και καρδιακή αγάπη, όπως μιλούν για αυτή και ο Χριστός και οι Απόστολοι και οι Πατέρες, πως μπορούν να μιλάνε για κάτι που δεν γνωρίζουν καθόλου και χλευάζουν και κοροϊδεύουν όσους το βιώνουν στο έπακρο; Εάν πρόκειται για την απλή συναισθηματική και ανθρώπινη αγάπη, είναι μήπως αυτοί γεμάτοι αγάπη για όλους; Αν ήταν, τότε θα έπρεπε να αγαπούν τους χριστιανούς, να μην χλευάζουν την πίστη τους και την εκκλησία τους, αλλά και γενικώς θα πρέπει να συμπεριφέρονται σε όλους με το γάντι, ώστε να δείξουν ότι όλους τους αγαπούν. Εάν ισχύει το παραπάνω, παρακαλούμε όποιον άπιστο δεν έχει πει ποτέ τίποτα κακό για κάποιον άλλο ή, και εάν είπε, αμέσως το κατάλαβε και του ζήτησε συγγνώμη, να έρθει να μας το πει. Μέχρι τότε, ισχύει η φράση του Ιησού «Αλλοίμονο αν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν, γιατί το ίδιο έκαναν και οι πρόγονοί τους στους ψευδοπροφήτες» (Λουκάς, 6:29). Τι σημαίνει η φράση αυτή; Ότι όλοι όσοι επαινούνται για υποτιθέμενα καλά έργα, τα οποία γίνονται όχι από πραγματική έγνοια για το καλό, αλλά για αύξηση και εμπέδωση του εγωισμού και της υπερηφάνειας αυτών που τα έκαναν είναι καταδικασμένοι πνευματικά. Κάπως έτσι, ο αντίχριστος και άθεος ψευδοανθρωπιστής, που κατακρίνει και εγκαλεί τους πιστούς ως υποκριτές, με σκοπό να προκαλεί ωραίες εντυπώσεις στον περίγυρο του, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος, και ας κράζει όσο θέλει.

Σχήμα οξύμωρο ή πως ο άθεος νομίζει ότι βρίσκεται

πιο κοντά στον Χριστό από τον πιστό

Το πλέον παράξενο από όλο αυτό όμως, είναι η εντύπωση που πολλοί νεωτεριστές έχουν για τους εαυτούς τους. Ότι αυτοί κατανοούν καλύτερα το μήνυμα του Χριστού από τους πιστούς, αφού αυτός ήταν ένας μεγάλος διδάσκαλος ηθικής αλλά όχι βέβαια Υιός του Θεού. Μάλιστα κάποιοι εξ αυτών φτάνουν σε σημείο να χλευάζουν και να βλασφημούν τον Χριστό, όταν αυτός αναφέρεται ως Θεός. Πως όμως ο Ιησούς αντιμετώπιζε αυτήν την στάση; Μιλώντας στους μαθητές του για την ιεραποστολή τους, τους είπε ότι σε όποια πόλη πάνε και διδάξουν τον λόγο του Κυρίου και οι άνθρωποι τους δεχθούν, να μείνουν εκεί και να ευεργετήσουν αυτούς. Σε όσους όμως δεν τους δέχθηκαν, ούτε το κήρυγμά τους καταδέχθηκαν να ακούσουν, λέει πως όταν φύγουν από τα σπίτια αυτών να τινάξουν την σκόνη από τα παπούτσια τους. Και κατά την Τελική κρίση, ο Θεός θα κρίνει πιο επιεικώς τα Σόδομα και τα Γόμορρα, παρά τις πόλεις και τους ανθρώπους που δεν δέχθηκαν να ακούσουν την διδασκαλία του Χριστού. Στο Κατά Ιωάννην διαβάζουμε «Το θέλημα εκείνου που με έστειλε (του Θεού Πατρός δηλαδή) είναι τούτο: Όποιος παραδέχεται τον Υιό και πιστεύει σε αυτόν, να αποκτήσει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα» (Ιωάννης, 6:40). Ο Ιησούς είναι παντού σαφής για το ποια είναι η σπουδαιότερη εντολή προς τον άνθρωπο· όχι κάποια αγάπη συναισθηματική προς τον οποιονδήποτε, ούτε κάποια παθητικότητα. Η μεγαλύτερη εντολή είναι «αγάπα Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ’ όλης της διανοίας σου», δηλαδή η ολοκληρωτική αφοσίωση της ανθρώπινης ύπαρξης στον Θεό και το θέλημά Του. Και εφόσον κάποιος τηρεί την εντολή αυτή, δύναται να τηρήσει και την δεύτερη σημαντικότερη, που είναι το «Αγαπάτε αλλήλους ως εαυτόν»· ειδάλλως, δεν δύναται κάποιος να αγαπάει τον συνάνθρωπο, εάν πρώτα δεν αγαπάει τον Δημιουργό. Και οι άθεοι, με το να μην αγαπούν τον Θεό, δεν αγαπούν και τον συνάνθρωπο και ας λένε το αντίθετο. Η αγάπη τους είναι μόνο υποκρισία, που έχει άλλους σκοπούς. Στο κατά Ματθαίον αναφέρει ο Κύριος ότι εάν κάποιος αδικήσει έναν χριστιανό, τότε αυτός να τον πιάσει προσωπικά και να τον επιπλήξει, ώστε εκείνος να αντιληφθεί το σφάλμα του· εάν εκείνος δεν παραδεχθεί το σφάλμα του, ας πάρει άλλον ένα ή δύο για μάρτυρες, ώστε να μπορεί να αποδείξει σε τρίτους ότι προσπάθησε να τον κάνει να κατανοήσει το λάθος του· εάν και τότε εκείνος δεν συμμορφωθεί, να απευθυνθεί στην συνάθροιση των αδελφών, ώστε να γίνει δημόσια η συζήτηση. Εάν ο αδικών δεν αποδεχθεί και τότε τις αδικίες κατά του αδερφού του, ο Χριστός συμβουλεύει τον αδικούμενο να διακόψει κάθε σχέση με αυτόν, και να τον θεωρεί «ωσάν τον ειδωλολάτρη ή τον τελώνη». Άρα, δεν ισχύει πως ο Χριστός διδάσκει να «τα έχουμε καλά με όλους».

Αφού η σημαντικότατη εντολή είναι η αγάπη και η αφοσίωση προς τον Θεό, και προϋπόθεση των άλλων εντολών, ένας άπιστος ή άθεος ή βλάσφημος εξ ορισμού δεν δύναται να βρίσκεται εγγύτερα στην χριστιανική διδασκαλία από έναν χριστιανό. Βεβαίως, υπάρχουν και υποκριτές πιστοί, όμως αυτοί δεν εκπροσωπούν ούτε την πλειονότητα ούτε είναι η πραγματική έκφραση της Εκκλησίας. Ούτε φυσικά σημαίνει ότι η ύπαρξη υποκριτών δίνει το δικαίωμα στους αθέους να μιλάνε για υποκρισία, διότι αφενός αυτοί δεν έχουν υπαρξιακή σχέση με τον Χριστό (να θυμηθούμε ότι ο Χριστός ήταν που έλεγξε τους υποκριτές αρχιερείς, και όχι κάποιος αθεϊστής κοσμικός φιλόσοφος) και αφετέρου οι ίδιοι είναι υποκριτές, διότι παριστάνουν τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των μεταναστών, των «καταπιεσμένων γυναικών» αλλά στην πράξη δεν κάνουν τίποτα για να αποδείξουν την «αλληλεγγύη» τους προς αυτούς.