Το μοναστήρι (Γεώργιος Δροσίνης)

Τα βαρυά αγωγιάτικα άλογα
Με τα ξύλινα σαμάρια.
Με σκοινιά και χαλινάρια,
με κουδούνια στο λαιμό.

Θα μας φέρουν καβαλάρηδες
Σε πανάρχαιο μοναστήρι,
Πέρα από ψηλό γεφύρι
Πάνω από βαθύ γκρεμό.

Θα διαβούμε καβαλάρηδες
Την καμαρωτή του πόρτα.
Θα πεζέψωμε στα χόρτα
και στις στάλες της δροσιάς.

Και θαρθή σκυφτός καλόγερος
Με τρεμουλιαστό το χέρι
Σκουριασμένα να μας φέρη
Τα κλειδιά της εκκλησίας.

Θαμπωμένοι από το λιόβολο.
Ζαλισμένοι από το δρόμο,
Μ’ έναν κάποιο κρυφό τρόμο
Μπαίνοντας ψηλαφητά.

Χίλια μάτια Αγίων θα νιώσωμε
Να μας βλέπουν δακρυσμένα.
Δέκα αιώνες κοιμισμένα,
Πρώτη μέρα ξυπνητά.