15 Ιουλίου 1974 – 15 Ιουλίου 2019: Παραμυθάκι χαλιμάς ετών 45

Γράφει ο Ορφέας Πέτρου

Η ημέρα μνήμης του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου του 1974, χαρακτηρίζεται εδώ και 45 χρόνια από άσβεστα πολιτικά πάθη, εσωτερικές διχόνοιες και αντιμαχόμενα στρατόπεδα, με τους μεν (δημοκρατική παράταξη) να υποστηρίζουν ότι η ένοπλη επέμβαση της εθνικής φρουράς στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και ερέθισε την Τουρκία προκαλώντας την εισβολή, και τους δε (ενωτική παράταξη) να διατρανώνουν ότι εις βάρος τους στήθηκε μια καλοστημένη πλεκτάνη, μια τερατώδης συνωμοσία, που σκοπό είχε τον διαμελισμό της Κύπρου και την οριστική λύση του Κυπριακού μακριά από ενωτικές επιθυμίες, με τους ίδιους να διαδραματίζουν τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου. Θα προσπαθήσω λοιπόν, να ανασκοπήσω συνοπτικά τα γεγονότα, και να καταλήξω σε ένα ασφαλές συμπέρασμα, το οποίο θα μας δίδει μια ξεκάθαρη εικόνα περί του ποιοι και πως ευθύνονται για το πραξικόπημα και τις εν γένει συνέπειές του.

Προκειμένου να είμαστε ακριβείς, επιβάλλεται όπως η ιστορική μας αναδρομή, πάει αρκετά πίσω, και ειδικότερα, στις αρχές του 1974. Τον θάνατο του Ηρωικού Διγενή, ακολούθησε η παρακμή και η σχεδόν πλήρης εξάρθρωση της μαχητικής οργάνωσής του, ΕΟΚΑ Β’, η οποία χωρίς την καθοδήγηση του Αρχηγού της, παρέπαιε και διέπραττε ένα σωρό ατασθαλίες, που της επέφεραν θανατηφόρα πλήγματα. Το εσωτερικό μέτωπο στην Κύπρο κάθε άλλο παρά αρραγές ήταν, και όντας από καιρό καταρρακωμένο, οι διενέξεις και οι εντάσεις ήταν μέρος της καθημερινότητας. Μια σειρά από γεγονότα, υποδείκνυαν ξεκάθαρα από πού ανέδυε αυτή η μυρωδιά μπαρουτιού που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα. Η μεν ΕΟΚΑ Β΄ διέπραξε την κλοπή των όπλων από το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Γεροσκήπου, η δε μακαριακή πλευρά προχωρούσε σε απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων «για λόγους δημοσίου συμφέροντος», συνέχιζε τις επιχειρήσεις της εναντίον της Οργάνωσης, τις έρευνες και ανακρίσεις και τα βασανιστήρια σε βάρος κρατουμένων. Βασανιστήρια, για τα οποία ωχριούσαν οι Βρετανοί, με τους πραιτωριανούς του Αρχιεπισκόπου να επιστρατεύουν όλη τους την νοσηρή και σαδιστική φαντασία για να καταντήσουν τους ενωτικούς αγωνιστές, ανθρώπινα ράκη. Είχε δημιουργηθεί τότε μέγα θέμα με την αποστολή στρατιωτών σε Σχολή δοκίμων στην Κρήτη και την απόφαση του Μακαρίου να απορρίπτει τον κατάλογο που είχε ετοιμάσει η ηγεσία τη Δύναμης. Στο πολιτικό πεδίο, οι ενδοκυπριακές συνομιλίες είχαν φτάσει σε σημείο που έπρεπε να παρθούν αποφάσεις, ο Μακάριος όμως παρακώλυε τη διαδικασία με την αρνητική τακτική του και οι Τούρκοι συνέχιζαν να απειλούν Κύπρο και Ελλάδα, με συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναέριου και θαλάσσιου χώρου στο Αιγαίο.

Ενώ λοιπόν, η κατάσταση χρειαζόταν σύνεση, ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση και, προπαντός διπλωματικότητα, για αποφυγή κινδύνων και κρίσεων, ήρθε «ουρανοκατέβατη» η κατάπτυστη και φαιδρή επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη. Ζητούσε, η εν λόγω επιστολή, που είχε μάλιστα επιδοθεί σε μορφή ρητού τελεσιγράφου, από την Ελλάδα να αποσύρει σε μικρό χρονικό διάστημα εκατοντάδες αξιωματικούς της από την Κύπρο, ενώ, παράλληλα, προχωρούσε σε μείωση της στρατιωτικής θητείας, με συνέπεια η ισχύς και η ετοιμότητα της Εθνικής Φρουράς να πληγούν ανεπανόρθωτα. Κοντά σ’ αυτά, έγινε ακόμα και εξαγγελία ενίσχυσης της Ε.Φ. με αξιωματικούς από την Αίγυπτο, μια χώρα που την εποχή εκείνη ήταν υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης, τον ένα μεγάλο πόλο του ψυχρού πολέμου μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Της Δύσεως, που στα πλαίσια των συμφερόντων της, φρόντιζε να έχει υπό τον έλεγχό της την περιοχή της Μέσης Ανατολής, στην οποία περιλαμβανόταν και η Κύπρος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η πρόκληση της επιστολής Μακαρίου προς το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας και τη δυτική συμμαχία ήταν μεγάλη.

Τι ήταν, όμως, εκείνο που όπλισε τον Μακάριο να προχωρήσει στην αποστολή της, με αιχμηρό, μάλιστα, προκλητικό περιεχόμενο; Ήταν τόσο αφελής μήπως ο Μακάριος, ούτως ώστε να θεωρεί ότι το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών, με επικεφαλής τον μπαρουτοκαπνισμένο στα πεδία των μαχών, ταξίαρχο Δημήτρη Ιωαννίδη, θα δεχόταν την πρόκλησή του και θα σιωπούσε; Ασφαλώς όχι. Κάτι άλλο τον παρακινούσε, στα πλαίσια ευρύτερου σχεδιασμού, ο οποίος τον έπειθε ότι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να ελέγχει πλήρως την κατάσταση στην Κύπρο, με τη συρρίκνωση της Εθνοφρουράς και την εκδίωξη των αξιωματικών, αλλά και στην Ελλάδα, με τη πτώση της «Χούντας» και την επάνοδο των παλαιών πολιτικών.

Μετά από 45 χρόνια, είναι πλέον εξακριβωμένο, ότι ο Μακαριώτατος, καλά πληροφορημένος για το επικείμενο πραξικόπημα και την διεθνή αναταραχή που θα προκαλούσε, είχε τις ευλογίες του ‘’εθνάρχη’’ Καραμανλή και του Βασιλέως Κωνσταντίνου, για να προχωρήσει στο σατανικό του σχέδιο και να στείλει την απαράδεκτη αυτή επιστολή, που έβαλε μια και καλή φωτιά στις σχέσεις του στρατιωτικού καθεστώτος και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εικάζεται δε, ότι για την αποστολή της επιστολής, είχε την έγκριση και από άλλους παρασκηνιακούς κύκλους, πολύ υψηλότερους και με πολύ πιο βαρύνουσα σημασία..

Για την ιστορία, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την πολύ γνωστή συνέντευξη του προς την δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι, όπου όταν είχε ερωτηθή: ‘’ Ίσως το γράμμα που στείλατε στον Γκιζίκη τον Ιούλιο να έπαιξε κάποιο ρόλο;’’, απάντησε:

‘’Ας πούμε ότι το γράμμα επιτάχυνε τα γεγονότα. Αν δεν το είχα γράψει και πάλι θα γινόταν το πραξικόπημα, ίσως ένα δύο μήνες αργότερα. Όπως άλλωστε παραδέχτηκε και ο ΚΙΣΣΙΝΓΚΕΡ, ήταν κάτι περισσότερο από αποφασισμένο και δεν απέμενε παρά να καθορίσουν την ημερομηνία. Τους ήμουνα ΕΜΠΟΔΙΟ, και ΜΕΓΑΛΟ μάλιστα για την ΕΝΩΣΗ. Και εκείνοι ήθελαν σώνει και καλά να γίνει η ΕΝΩΣΗ. (…) Ίσως να πίστευαν στα αλήθεια ότι η προσάρτηση μας στην Ελλάδα ήταν μια βιώσιμη λύση. Άντως είχαν την απαίτηση να δέχομαι διαταγές από την Αθήνα, ήθελαν να τους υπακούω σαν μαριονέτα και αυτό είναι εντελώς αδύνατο για τον χαρακτήρα μου. Υπακούω μόνο στον εαυτό μου’’.

Στις 15 Ιουλίου, οι αγεφύρωτες διαφορές που υπήρχαν, θα λύνονταν μια και καλή. Στις 08.15, θα κροταλίσουν οι ερπύστριες των τεθωρακισμένων της Εθνικής Φρουράς στους δρόμους, και θα περικυκλώσουν το Προεδρικό Μέγαρο, ισοπεδώνοντάς το με καταιγισμό βολών. Η όποια αντίσταση προσπάθησε να επιδείξει το εφεδρικό σώμα, ήτοι οι πραιτοριανοί του Μακαρίου, αποδείχθηκε μάταια, και σύντομα ο Στρατός επέβαλε την θέλησή του σε όλο το νησί. Το ραδιόφωνο είχε ήδη ανακοινώσει προ πολλού ότι ‘’Ο Μακάριος είναι νεκρός’’, όταν σαν κεραυνός εν αιθρία χτύπησε τους ενωτικούς αγωνιστές και το στράτευμα, το σπαρακτικό διάγγελμα του Αρχιεπισκόπου. Συγκεκριμένα, στις 13.00, ελεύθερος ραδιοφωνικός σταθμός της γενέτειρας του, Πάφου, μετέδιδε το μήνυμα του, προτού καταφύγει σε βάση του ΟΗΕ, ακολούθως στις αγγλικές βάσεις και κατόπιν αεροπορικώς στην Μάλτα, την επόμενη μέρα. Παράλληλα, ο Ν. Σαμψών ορκίζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου, εκφωνεί και το διάγγελμα επί τη αναλήψει των καθηκόντων του κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο, χωρίς όμως να προβεί σε διάλυση της Βουλής, ή σε δίωξη πολιτικών προσώπων. Στη θέση αυτή θα παραμείνει για οκτώ ημέρες. Στη τελετή ορκωμοσίας του χοροστάτησε ο καθαιρεθείς πριν ένα χρόνο, επίσκοπος Γεννάδιος (πρώην Πάφου), ο οποίος και ορίστηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Το ίδιο απόγευμα φαινόταν ότι το πραξικόπημα είχε επικρατήσει οριστικά και είχε διαλύσει και την τελευταία εστία αντίστασης, με απολογισμό 91 νεκρούς και 250 τραυματίες.
Κερασάκι στην τούρτα, θα ήταν το προδοτικό διάγγελμα του κ. Μούσκου, πλέον, στην σύνοδο του ΟΗΕ στις 19 Ιουλίου, όπου χωρίς αιδώ, κάλεσε τους Τούρκους να εισβάλουν στην Κύπρο, επισημαίνοντας ότι στο νησί πραγματοποιήθηκε ελληνική εισβολή και ότι από αυτήν κινδυνεύει η ακεραιότητα των Τούρκων της Κύπρου.

Τι ήταν εν τέλει αυτό το ‘’επικατάρατο’’, το ‘’άφρων’’, το ‘’ολέθριο’’ πραξικόπημα; Όπως προανέφερα, για πολλούς, άνοιξε την ‘’κερκόπορτα’’ για την εισβολή. Για κάποιους άλλους όμως, το πραξικόπημα ήταν η ύστατη, η απέλπιδα προσπάθεια αποτίναξης της λυσσαλέας καταπίεσης που τους ασκούσε ένα διεφθαρμένο καθεστώς. Για κάποιους, ήταν η γλυκιά εκδίκηση απέναντι σε μια προσωποπαγή δικτατορία, που μεριμνούσε να απολυθούν από τις δουλειές τους, να στιγματίζονται κοινωνικά, να ζουν διαρκώς υπό την απειλή της σύλληψης. Ήταν το ξέσπασμα απέναντι στους υπάνθρωπους βασανιστές, που έβγαζαν όλη τους την συμπλεγματική νοοτροπία με αχαρακτήριστα βασανιστήρια, απέναντι σε ‘’συμπατριώτες’’ τους, τις πλείστες φορές όχι επειδή εμπλέκονταν σε κάποια τρομοκρατική ενέργεια η κάτι παρεμφερές, αλλά λόγω πολιτικών φρονημάτων και αντίθεσης προς το καθεστώς. Ήταν η προσταγή των δολοφονηθέντων Νεοκλή Παναγιώτου, Χαράλαμπου Νούρου, Ανδρέα Παντελίδη και άλλων, που εκτελέστηκαν από το μακαριακό κράτος γιατί μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, αποτόλμησαν να φωνάξουν για ΕΝΩΣΗ και ΛΕΥΤΕΡΙΑ. Ήταν, τέλος, η μοίρα μιας φεουδαρχίας που εγκαθίδρυσε μια μικρή κλίκα ατόμων, με πρωτεργάτη τον Αρχιεπίσκοπο, που προσβλέποντας στα πλουσιοπάροχα αξιώματα και τις ατομικές διακρίσεις, παρέκκλιναν από την Ιερή εντολή του Ελληνικού Λαού, που ήταν ρητή και απαράβατη: Αγώνας μέχρις εσχάτων για την ΕΝΩΣΗ.