Ο διάλογος του Καζαντζάκη με τον Μουσολίνι στη Ρώμη

Από την Ασίζη στη Ρώμη, τη θυγατέρα της Λύκαινας. Βιαζόμουν να δω, ύστερα από τον Άγιο Φραγκίσκο, το Μουσολίνι. Ως τώρα υπήρχαν δύο κύριοι τρόποι να δει κανείς τη Ρώμη: α) Σαν τον Γκαίτε θαμάζοντας τ΄ αγάλματα, ανασταίνοντας σοφά στο νου τον κλασικό πολιτισμό, βλέποντας με χαρά, ανάμεσα στα σπίτια και τους ζωντανούς ανθρώπους, τα αρχαία ερείπια. β) Σαν τον Λούθηρο αγριεμένος, με μίσος για τους κληρικούς, ονειροπολώντας μιαν άλλη Ρώμη, όλο αρετή και αυστηρότητα. Σήμερα ο Μουσολίνι δημιούργησε και τρίτο τρόπο ν΄αντικρίζεις τη Ρώμη: Nα μην ενδιαφέρεσαι μήτε για την αρχαία αυτοκρατόρισσα, μήτε για τη μεσαιωνική παπική τιάρα, μα απλούστατα: να βλέπεις τη σημερινή πολύβουη, τρικυμισμένη, στρατευόμενη καρδιά του Φασισμού. Η πρώτη εντύπωση, αναπνέοντας το σημερινόν αέρα της Ρώμης, είναι τούτη: Εδώ υπάρχει ένας άνθρωπος, καλός ή κακός, ειλικρινής ή θεατρίνος, σωτήρας ή ολέθριος -δεν ξέρουμε, μα ένας άνθρωπος δυνατός, που αναγκάζει όλους, καλούς και κακούς, θεωρητικούς και πραχτικούς, να πάρουν, θέλοντας και μη, μια θέση στη μάχη και να κηρυχτούν εχθροί ή φίλοι του. Δεν επιτρέπει αδιαφορία. Δεν επιτρέπει σε κανένα να μη λάβει μέρος στον αγώνα, όπου παίζεται η τύχη της Ιταλίας, και να πει: «Εγώ δεν θέλω να πολεμήσω!» Θα πολεμήσεις θες δεν θες. Όλοι παρασύρουνται από το στρόβιλο που δημιουργεί η ύπαρξη του ανθρώπου τούτου.

Στο σημείο αυτό, ελευτερία σήμερα στην Ιταλία δεν υπάρχει. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό, που είναι αμέσως ορατό στη σημερινή Ρώμη, είναι τούτο: Υπάρχει πειθαρχία. Το νιώθεις από τα πιο καθημερινά γεγονότα ίσαμε την ιεραρχική, σαφή ταξινόμιση που έχουν, μιλώντας για τα προβλήματα της φυλής τους, οι αντιπρόσωποι του Φασισμού. Δεν υπάρχει μονάχα ασφάλεια και τάξη, όπως στην Ισπανία. Υπάρχει κάτι περισσότερο, βαθύτερο: πειθαρχία. Εδώ δηλαδή υπάρχει ένας ρυθμός, κάτι ψυχικότερο, βαθύτερο από την απλή τάξη κι ασφάλεια, που μπορεί να ΄ναι αποτέλεσμα κι εξωτερικής πίεσης, εδώ η πίεση είναι εσωτερική, πηγάζει από μια κεντρική, υπερατομική ιδέα ενός δυνατού ανθρώπου. Όσοι είναι σύμφωνοι με το ρυθμό του Αρχηγού ονομάζουν την πίεση αυτή: υποταγή σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο, δηλαδή ελευτερία. Γιατί τι άλλο είναι η ελευτερία παρά υποταγή σ΄ ένα υπερατομικό ρυθμό; «Θεέ μου, τότε μονάχα είμαι ελεύτερος, όταν υπακούω στο θέλημά σου!» έλεγε ο Άγιος Αυγουστίνος. Αντικαταστήσετε τη λέξη «Θεός» με όποιαν άλλη έννοια θεωρείτε πιο συγχρονισμένη, και θα δείτε πόσο βαθύ νόημα έχει η φράση αυτή.

mussolini

Όσοι όμως δεν είναι σύμφωνοι με το ρυθμό του Αρχηγού, ονομάζουν την πίεση αυτή: δουλεία. Πολύ σωστά. Γιατί, αναγκαζόμενοι ν΄ακολουθήσουν μια κατεύθυνση που δεν είναι η δική τους, γίνουνται δούλοι. Τώρα ερωτάται: α) Ποιά κατεύθυνση είναι σωστότερη; β) Έχουν το δικαίωμα όσοι θεωρούν την κατεύθυνση τους σωστότερη να επιβάλουν με τη βία τη θέλησή τους και στους άλλους; Ο Μουσολίνι αποκρίθηκε αδίσταχτα και με σαφήνεια και στα δύο ρωτήματα:

– Για να δείτε αν η δική μου κατεύθυνση είναι σωστότερη, συγκρίνετε την Ιταλία πριν από μένα, όταν ήταν ελεύτερη, με την Ιταλία υστέρα από μένα, κάτου από τη φασιστική πίεση. Από τους καρπούς θα κρίνετε το δέντρο, άλλο κριτήριο δεν υπάρχει. Και στο δεύτερο ρώτημα, αν έχει το δικαίωμα να επιβάλει τη θέλησή του σε όσους διαφωνούν, απαντά αδίσταχτα: – Ναι. Κι όχι μονάχα το δικαίωμα, μα και την υποχρέωση. Αν ξέρω -όπως ακλόνητα πιστεύω- πως η πατρίδα μου θα σωθεί αν ακολουθήσει το δρόμο που εγώ άνοιξα, έχω υποχρέωση την αντίληψή μου αυτή να την επιβάλλω. Περνούμε μια κρίσιμη στιγμή, καιρό για δισταγμούς, συζήτησες ή ευγένειες δεν έχουμε!

Τούτες είναι λοιπόν οι τέσσερεις θεμελιακές εντύπωσες από τη σημερινή Ρώμη: α) υπάρχει ένας δυνατός άνθρωπος β) υπάρχει πειθαρχία γ) υπάρχει πίεση δ) αυτός που πιέζει πιστεύει πως έχει χρέος να σπρώξει όλους, θέλοντας και μη, στο δρόμο που άνοιξε, για να σωθεί η πατρίδα. Περίμενα ανυπόμονα στο Παλάτι Κίτζι να δω τον δυνατόν αυτόν άνθρωπο. Σε λίγο θα με δέχουνταν. Άντρες ωχροί περίμεναν στον αντιθάλαμο, γυναίκες βάφουνταν, να παρουσιαστούν στον ισχυρόν άντρα. Δύο νέοι λιγνοί, αψηλοί, με μαύρα πουκάμισα, στάθηκαν στη θύρα ορθοί, αδιάφοροι, άγριοι κι ήσυχοι, κι ένιωσα το σύμβολο που τόσο συχνά έχουν οι θυρεοί: δυο λιοντάρια που στέκουνται ορθά και φυλάγουν. Πρόβαλε ένας στυγνός φασίστας και μου έγνεψε, ο Μουσολίνι με περίμενε. Άνοιξε η μεγάλη θύρα σιωπηλά και έκλεισε. Βρέθηκα σε τεράστια αίθουσα, το φως ήτανε αμυδρό, στάθηκα, δεν ήξερα αν βρίσκουνταν κανένας μέσα. Δεν ξέκρινα καθαρά παρά μια μονάχα πελώρια υδρόγεια σφαίρα, που έλαμπε σε μια γωνιά, σα γιγάντιο κρανίο. Άξαφνα, στο βάθος δεξιά, πίσου από ένα χαμηλό γραφείο, διέκρινα έναν άνθρωπο να ελλοχεύει και να με κοιτάζει. Προχώρησα. Τον έβλεπα τώρα καθαρά: μακρόμεσος και κοντοπόδαρος, κεφάλι υπερτροφικό, με απότομα επίπεδα, όλο πηγούνι και μέτωπο, όλο γωνίες, σαν πελεκημένο σε σκληρότατο ξύλο. Μασέλα αρχέγονα μεγάλη, μάτι κρύο κι εξημμένο. Η έκφραση του προσώπου συμμαζεμένη κι εχθρική. Γεννιούνται μέσα σου ευτύς δυο βεβαιότητες: Ο άνθρωπος αυτός έχει μια πίστη, ο άνθρωπος αυτός δε φοβάται!

ΔΟΓΜΑ.png

Αντιγράφω με πιστήν ακρίβεια τη στιχομυθεία. Πριν ακόμα ζυγώσω κοντά του, η φωνή του ακούστηκε κουρασμένη, περιφρονητική, ξυρότατη:

-Τι θέτε; Δεν άκουσα καλά.

– Τι είπατε; Η φωνή του γίνηκε πιο ανυπόμονη κι εχθρική.

– Τι θέτε; Μια στιγμή, σώπασα φρίσσοντας.

Άστραψε μέσα μου η ιδέα να φύγω, χωρίς λέξη. Μα ευτύς γαλήνεψα, ένιωσα πως ο άνθρωπος αυτός είχε το δικαίωμα να φέρνεται έτσι, οι ευγένειες είναι αρετές κατώτερες, απροσάρμοστες σε τέτοιες τραχές, σαρκοβόρες ψυχές. Αυτός ο άνθρωπος άνοιξε ένα δρόμο, κρατά ένα έθνος στα χέρια του, έχει το δικαίωμα να φέρνεται όπως θέλει. Ήσυχα τότε αποκρίθηκα:

– Θέλω να σας δω, τίποτα άλλο!

To πρόσωπό του φωτίστηκε. Γαλήνεψαν λίγο, γλύκαναν τα χαρακτηριστικά του, είπε με λίγο θερμότερη φωνή:

– Α! Αυτό ναι! Μα όχι ομιλίες, είμαι φοβερά απασχολημένος, δεν έχω μήτε δευτερόλεφτο να χάνω. Γράψετέ μου τι ερωτήσεις θέτε να κάμετε, αν είναι καλές θ΄ απαντήσω, αν όχι, όχι!

– Δε θέλω τίποτα να ρωτήσω. Σας ευχαριστώ μονάχα που θελήσατε να σας δω κι αν θέτε, αποσύρουμαι.

Ο Μουσολίνι σώπασε μια στιγμή. Δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει. Άξαφνα ρώτησε:

– Που μάθατε τα Ιταλικά;

– Στην Ιταλία. Έζησα πολλά χρόνια στην Ιταλία. Στην αρχή ακολουθώντας μαθήματα Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, ύστερα, σε άλλα ταξίδια, γιατί αγαπούσα την τέχνη.

– Πριν του πολέμου;

– Πριν και μετά. Έχω όμως χρόνια να ΄ρθω στη Ρώμη, και τώρα τη βλέπω σα για πρώτη φορά. Δοκιμάζω τώρα ένα συναίστημα περίεργο, μα όχι απροσδόκητο: εδώ στη Ρώμη αναπνέω τον ίδιο αέρα που ανάπνεα με τόση απληστία στη Μόσχα.

Μόλις άκουσε τη λέξη: Μόσχα, ο Μουσολίνι ανατινάχτηκε. Το πρόσωπό του έλαμψε. Ποτέ δεν περίμενα τόση ανυπομονησία και θερμότητα. Άπλωσε το χέρι του σα να ΄θελε να με πιάσει από τον ώμο, να μη φύγω, κι είπε με άλλο τόνο, καθόλου πια κουρασμένο κι εχθρικό:

– Έρχεστε από τη Ρουσία;

– Ναι, πήγα και έμεινα τέσσερεις μήνες, να μελετήσω τον Μπολσεβικισμό.

-Ε, τότε εγώ είμαι που θα σας πάρω συνέντευξη, εγώ θα ρωτώ κι εσείς θ΄ απαντάτε.

-Πολύ καλά.

– Τι κάνουν αυτοί οι Ρούσοι;

Ποτέ δε θα ξεχάσω πως τόνισε τις λέξεις: «questi Russi!». Η φράση αυτή ήταν γιομάτη περιέργεια, θερμότητα, ανησυχία. Σαν άνθρωπος που ρωτάει για το σπίτι του, που έχει μαλώσει μαζί του.

-Εργάζουνται. Υπεράνθρωπη προσπάθεια να δημιουργήσουν ένα κόσμο νέο. Βρήκα, εδώ στη Ρώμη, μεγάλες ομοιότητες μεταξύ Μπολσεβικισμού και Φασισμού. Στράφηκε απότομα και με κοίταξε, σα να ΄θελε να με τρυπήσει με το σκληρό, παράφορο μάτι του:

-Τι θέλετε να πείτε:

-Τούτο: Βρήκα κι εδώ και στη Μόσχα την ίδια αυστηρή, σκληρή υποταγή του κόσμου στο σύνολο.

-Καλά!

-Την ίδια πειθαρχία. Το ίδιο μίσος για τις μικρές ελευτερίες, και την ίδια προσπάθεια να φτάσουν τη μεγάλη ελευτερία. Βρήκα ακόμα τον ίδιο φλεγόμενο ενθουσιασμό της νεότητας. Μονάχα στη Μόσχα και στη Ρώμη υπάρχουν αληθινοί νέοι.

-Τι εννοείτε «αληθινοί νέοι»;

Ότι είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για μιαν ιδέα. Μα ένα προπάντων είναι το ίδιο και στις δυο τούτες πρωτεύουσες του κόσμου: κάτι απροσδιόριστο, αστάθμιστο, που το αναπνέεις στον αέρα, μια πίστη και μια προπαρασκευή. Δίστασα λίγο, μα ευτύς είπα από μέσα μου: Θα πω τη γνώμη μου, κι ό,τι θέλει ας γίνει! Και πρόστεσα:

-Μια προπαρασκευή επικίντυνη! Ο Μουσολίνι σώπαινε, το πρόσωπο του ήταν κλειστό, όλο προσοχή, σκυμμένο. Σε λίγο ρώτησε απότομα:

-Κι οικονομικά; Πως τα πάνε;

-Μεγάλες δυσκολίες. Οι Ρούσοι δεν βρήκαν ακόμα μια πίστη βαθύτερη από τις οικονομικές θεωρίες. Προπαγανδίζουν υπερβολικά το ματεριαλισμό. Κι όταν ο χωριάτης πειστεί πως δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο από τον άνθρωπο, καμιά δύναμη αποπάνου του, τότε δεν μπορεί, δεν είναι δυνατό να θέλει να κάμει θυσίες. Σωστό! Επρόφερε τη λέξη αυτή με βεβαιότητα κι ευχαρηστιμένος.

Σε λίγο είπε: – Τι πράμα σας έκαμε τη μεγαλύτερη εντύπωση στη Ρουσία;

-Δυο πράματα: Η ανατροφή των παιδιών κι η μεγαλοφυής φωτιστική προπαγάνδα στις μάζες.

-Κι η Μόσχα;

-Είναι μια πολιτεία όπου δε γελούν εργάζουνται.

-Κι οι αρχηγοί;

-Θαμαστοί. Ο Τρότσκι…

Το τηλέφωνο κουδούνισε. Ο Μουσολίνι έσκυψε κι άρχισε ν΄ ακούει πολλή ώρα. Έπειτα είπε ξηρά, απότομα: «Ναι, ναι, μα καμιά υπερβολή!» Κι έκλεισε το τηλέφωνο. Έπειτα στράφηκε και μου είπε:

-Γράψετε τι ερωτήματα έχετε να μου κάμετε και θ’ απαντήσω.

-Δεν έχω κανένα ερώτημα να σας κάμω.

-Σωστά! Και μου ΄δωκε το χέρι.

Σα βγήκα έξω, χωρίς να το θέλω, σύγκρινα μέσα στο νου μου το Βενιζέλο με το Μουσολίνι. Ο ένας είχε μια χάρη θηλυκιά, μια μαγνητική γοητεία που προσέλκυε, μια υστερική, εξημμένη, άπληστη και μικρολόγα ψυχή μιας ευφυέστατης και κακεντρεχούς γεροντοκόρης. Ο άλλος έχει μιαν αρρενωπή τραχύτητα, ένα θέλγητρο που δεν προσελκύει μα αρπάζει, κάτι το αποκρουστικό και συνάμα ακαταγώνιστο. Ο Μουσολίνι είναι ο αρσενικός Βενιζέλος. «Μια δύναμη με σπρώχνει σ΄ ένα σκοπό που δεν τον ξέρω. Θα ΄μαι άτρωτος ίσαμε τη στιγμή που θα φτάσω το σκοπό αυτό, άμα δε θα του είμαι πια απαραίτητος, μια μύγα θα μπορέσει να με ανατρέψει.» Τα λόγια αυτά του Μεγάλου Ναπολέοντα τέλεια εφαρμόζουνται στη μυστικοπαθή πίστη που έχει ο Μουσολίνι στην αποστολή του.

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΓΙΟΖΕΦ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ 1.png

Ο Μουσολίνι έχει όλα τα κύρια χαρακτηριστικά του Δικτάτορα:

  1. Ο κεντρικός πυρήνας του δεν είναι μια ιδέα, αλλά μια πίστη. Ταυτίζεται η σκέψη κι η πράξη, δεν είναι δυο ενέργειες, μα μια, αδιαίρετη γιατί δεν πηγάζουν από διανόηση, μα από πίστη. Τώρα ή ποτέ! Νά η κραυγή της Ιστορίας που συναρπάζει επιταχτική, κάθε στιγμή, τον άντρα της ενέργειας. Αυτή είναι η κραυγή του Μουσολίνι. Το κέντρο της δύναμής του δεν είναι η διαλεχτική λογική, μα η θέληση. Μια θέληση οπλισμένη με όπλα τελευταίου συστήματος για να φτάσει το μυστικό της σκοπό -που η διάνοια δεν τον ξέρει, ή μάλλον τον ανακαλύπτει ολοένα, εφόσον η θέληση μετουσιώνει την πραγματικότητα- μεταχειρίζεται τα πιο θετικά σύγχρονα μέσα.

  2. Είναι έτοιμος να πεθάνει κάθε στιγμή. Ο Μουσολίνι ζει μέσα σε μια ατμόσφαιρα τραγική. Όλες οι πόζες που μας φαίνουνται -σε μας που δεν έχουμε πίστη, σε μας τους μικρούς λογικευόμενους- θεατρισμοί, είναι για το Μουσολίνι ειλικρινείς, τις νιώθει με ρομαντική, βαθιά έξαψη, τις ζει τραγικά. Ένας αδιάφορος διανοούμενος αιστάνεται περιφρόνηση γιατί το κριτικό μυαλό βλέπει μονάχα την κριτικήν όψη που έχουν πάντα τα τραγικά γεγονότα όταν δεν πάσχουμε κι εμείς μαζί τους. Μα ο Μουσολίνι στη θεατρική στιγμή δε κάνει θέατρο. Ζει, πάσχει, ανατείνει τη θέλησή του, οραματίζεται. Πήρε σοβαρά, απλοϊκά, τραγικά την αποστολή του: να σώσει την Ιταλία.

  3. Αιστάνεται πάντα απάνου του μια δύναμη να τον σπρώχνει. Δεν μπορεί να σταματήσει, αν σταματήσει, νιώθει, χάθηκε. Είναι η πιο χαραχτηριστική και η πιο τραγική αγωνία των Διχτατόρων. Είναι ανάγκη να συγκροτούν πάντα, ακατάπαυτα, μάχη και να νικούν. Χάθηκαν αν σταματήσουν, αν τους κυριέψει δισταγμός, αν αρχίσουν τη συζήτηση. Ο Μακιαβέλης θαμαστά διατύπωσε την τραγική μοίρα που μαστιγώνει κάθε Διχτάτορα: «Είναι προτιμότερο να σφάλει ο Διχτάτορας από υπερβολική ορμητικότητα παρά απο δισταγμό, γιατί η Τύχη ανήκει σ΄ ένα φύλο που πρέπει πάντα να του φέρνεσαι τολμηρά κι απότομα, αν θες να το δαμάσεις. Η Τύχη αγαπάς τους νέους, γιατί είναι γυναίκα, κι οι νέοι τις φέρνουνται χωρίς πολύ σεβασμό.»

Ο Μουσολίνι τολμά, τανύζει πολύ επικίντυνα το δοξάρι του -την Ιταλία. Τι θα γίνει; Αν σπάσει, οι εχθροί του θα πουν θριαμβεύοντας: «Δεν το λέγαμε;» Και θ΄αλαλάξουν, ικανοποιημένες οι μικρές τους ψυχές. Αν πετύχει, οι φίλοι του θα πούν θριαμβεύοντας: «Δεν το λέγαμε;» Και θ΄αλαλάξουν, ικανοποιημένες οι μικρές τους ψυχές. Ο Μουσολίνι όμως ενεργεί σαν να ΄ταν όργανο μια δύναμης ανώτερής του. Δεν αποβλέπει, εσώτατα, μήτε στην επιτυχία, μήτε στην αποτυχία. Ενεργεί όχι ως δύναμη διανοητική, μα ως φυσική δύναμη. Κι είτε πετύχει είτε μη, αυτός μονάχα κι η σκοτεινή ίσως δύναμη που τον έχει κυριέψει και που την λέμε συνήθως «ιστορική ανάγκη», «μοίρα», θα ξέρουν πως έκαμαν το χρέος τους. Ποιο χρέος τους; Να σπρώξουν, με όλες τους τις δυνάμες, την Ιστορία. Κάθε πολεμιστής σπρώχνει την Ιστορία προς τα εμπρός, αδιάφορο κατά που πολεμά. Κι αν ακόμα σπρώχνει την Ιστορία προς τα πίσου. Γιατί, έτσι ανάποδα σπρώχνοντας, αναγκάζει να γίνει, ακόμα πιο βίαιη η ορμή της ζωής που πάει αντίθετά του. Το ανώτατο χρέος -κι αυτό το ενσαρκώνει ο Μουσολίνι- είναι η ορμή, η ζωτικότητα, η στρατευόμενη πίστη. Αποσκύβαλα της ζωής είναι μονάχα όσοι είναι ευχαριστημένοι, ήσυχοι, και το παρόν τους φαίνεται καλό, σωστό, έντιμο.

ΜΠΕΝΙΤΟ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ.png

Η βαθύτατη άρα ομοιότητα Φασισμού και Μπολσεβικισμού έγκειται σε τούτο: Κι οι δυο εχτελούν το ανώτατο χρέος. Κι οι δύο, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν, είναι πιστοί συνεργάτες. Τρεις είναι σήμερα, θαρρώ, οι ανώτατοι τύποι που έχουν το δικαίωμα να πλάσουν, κατ΄ εικόνα τους κι ομοίωση, τους ανθρώπους: Ο Λένιν, ο Γκάντι, κι ο Μουσολίνι. Ο Γκάντι ενεργεί στο κέντρο της Ασίας, σε μια σκοτεινή μάζα από τριακόσια εκατομμύρια, και ξυπνά τη συνείδηση της κοιμισμένης Ανατολής. Αυτό που ζητά ο Ταγκόρ με τα ιδεολογικά του χαμομήλια -να ενώσει την Ευρώπη με την Ασία- το προετοιμάζει ο Γκάντι γυρίζοντας γυμνοπόδης τις Ινδίες και μαχώμενος να λευτερώσει τους Ινδούς από τη φτώχεια, από την αμάθεια κι από την Αγγλία. Ο Λένιν κι ο Μουσολίνι, πιο κοντά μας, στην Ευρώπη ο ένας και στα σύνορα Ευρώπης κι Ασίας ο άλλος, ανοίγουν δυο διαφορετικούς δρόμους και βιάζουν την πραγματικότητα ν’ ακολουθήσει. Κάθε χώρα σήμερα, θέλοντας και μη, σπαράζεται ανάμεσα στους δυο τούτους δρόμους. Όχι μονάχα κάθε χώρα, μα και κάθε ψυχή. Θα πείτε: «Μα εμείς δε θέμε να ΄μαστε μήτε μπολσεβίκοι μήτε φασίστες. Χάθηκε ο ίσιος δρόμος;» Χάθηκε. Στις κρίσιμες ιστορικές εποχές, ο ίσιος δρόμος χάνεται. Ακριβώς γι’ αυτό είναι κρίσιμες. Χάνεται το κανονικό βάδισμα. Είναι ανάγκη -είτε άτομο είσαι είτε λαός- να πηδήξεις. Ένα χάος μεσολαβεί ανάμεσα του παλιού κόσμου, που σώζεται ακόμα ετοιμόρροπος, και του νέου, όπου μας σπρώχνουν οι οικονομικές και ψυχικές ανάγκες οι μεταπολεμικές. Πρέπει να πηδήξουμε. Όσοι δεν μπορούν να πηδήξουν, θα πέσουν στο χάος.

Οι ομοιότητες Μπολσεβικισμού και Φασισμού είναι μεγάλες: Η βία που μεταχειρίζουνται και οι δυο να υποτάξουν δουλικά το άτομο στην ολότητα. Οι αυστηροί περιορισμοί της ατομικής ελευτερίας. Η αμείλιχτη πειθαρχία στην οικονομική παραγωγή και κατανάλωση και στις πολιτικές και κοινωνικές εκδήλωσες. Το μίσος του κοινοβουλευτισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατικής ιδεολογίας. Τάξη, ασφάλεια, άμεση κατάπνιξη κάθε αντίδρασης. Ρυθμός ανήλεος. Μα οι ομοιότητες περιορίζουνται στις μεθόδους, οι σκοποί είναι απόλυτα διαφορετικοί.

Ο Φασισμός υποστηρίζει και χρησιμοποιεί τα παλιά είδωλα – στενεύοντάς τα ακόμα περισσότερο μέσα στα πνιχτικά Ιταλικά σύνορα. Εξογκώνει επικίντυνα το πατριωτικό αίστημα κι υποστηρίζει τον καθολικισμό. Σέβεται την ιδιοχτησία και μάχεται με αμφίβολα μέσα να ρυθμίσει την πάλη των τάξεων. Ο Φασισμός είναι πότε επαναστάτης, πότε συντηρητικός και πότε ασύγχρονα γυρίζει πίσου. Θέλει να συνδυάσει, να εναρμονήσει, κάτου από την πυγμή του Κράτους, όλα τα παράταιρα κοινωνικά συμφέρωντα. Ρέει ακόμα, προσαρμόζεται, είναι μια προσπάθεια τραγική, αγωνιώδης, του μεταπολεμικού ανθρώπου. Ό,τι καθιστά την προσπάθεια του Φασισμού εξόχως σοβαρή, είναι το πλαίσιο το ρεαλιστικό όπου ο Φασισμός ενεργεί. Ποιο είναι το πλαίσιο τούτο; Η τάξη, η ασφάλεια, η ενίσχυση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής, η έλλειψη κάθε στρατοκρατίας, η εργασία κι η επιμονή. Τι θα συμβεί όταν λείψει ο Μουσολίνι; Να το εναγώνιο ρώτημα που θέτουν, με τρόμο, εχθροί και φίλοι. Κατά τη γνώμη μου, όλη αυτη η σιδερένια φασιστική οργάνωση είναι φύσει επιδεχτική να στραφεί από την άκρα δεξιά στην άκρα αριστερά.

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΕΒΟΛΑ (2).png

Αν λάβουμε υπ΄ όψη: α) το χάος που θα επιφέρει ένας μεγάλος κλονισμός του Φασισμού: ο θάνατος του Μουσολίνι, ένας άτυχος πόλεμος, η ματαίωση των παραφουσκομένων σημερινών ελπίδων β) την πίεση που υποφέρουν σήμερα στην Ιταλία όλα τα φιλελεύθερα, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά στοιχεία και που τότε θα ξεσπάσουν με ακράτητο μίσος’ και γ) τον ευμετάβολο, ευφάνταστο, θερμό και αψίκορο χαρακτήρα του ιταλικού λαού -τότε δεν είναι απίθανο ο Μουσολίνι να μην είναι τίποτα άλλο παρά ο σκληρός πρόδρομος, στην Ιταλία, του Λένιν.

Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας Ιταλία -Αίγυπτος -Σινά – Ιερουσαλήμ – Κύπρος – Ο Μοριάς

Νίκος Καζαντζάκης: Για τους νέους μας

Η συνάντηση του Καζαντζάκη με τον Μουσολίνι

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ισπανική Φάλαγγα

Νίκος Καζαντζάκης: «Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο»

Ν. Καζαντζάκης: «Μα εσύ είσαι η Στρατηγίνα της ράτσας μου, η οδηγήτρα του Γένους των Ελλήνων»

Ρατσιστής ο Νίκος Καζαντζάκης;

Νίκος Καζαντζάκης: Viva la muerte

Ν. Καζαντζάκης: Πιστεύω ακλόνητα στην ανισότητα των ανθρώπων

Ν. Καζαντζάκης: Κούρος ή Θησέας (Ένας συμβολισμός του Άριου ανθρώπου)

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπέρ της Φασιστικής Ιταλίας

Οι Ιδέες του Καζαντζάκη: Η Θούλη, οι Βίκινγκς, ο Πέτρος Βλαστός, ο Νίτσε κι ο Ρόζενμπεργκ

Καζαντζάκης: Ο Αγώνας, η Νίκη, η Ράτσα, η Ανθρωπότητα κι ο Θεός

Ο Καζαντζάκης για τον κομμουνισμό, τον Έλληνα και την ιδεολογία του

Καζαντζάκης, Δραγούμης και Χάιντεγκερ για την έννοια του Ηγέτη

Νίκος Καζαντζάκης: Στον Μοριά με τον ίσκιο του Δραγούμη…

Νίκος Καζαντζάκης στη μπολσεβίκικη Ρωσία: «Δεν είναι κρύος ο Χριστός, η καρδιά μας πάγωσε»

ΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟ