Ελληνική θρησκεία ή Χριστιανισμός;

390c9d1de2a80a844d0e01ba21c1192e_xl

Γράφει Νίκος Μετοχίτης

Τον τελευταίο καιρό στον λεγόμενο «εθνικό χώρο», παρατηρείται μία νέα προσπάθεια αναθέρμανσης της παλιάς διαμάχης χριστιανών και αρχαιολατρών, μίας διαμάχης η οποία εκκίνησε την δεκαετία του ’80 με τις πρώτες εμφανίσεις νεοπαγανιστικών ομάδων στην Ελλάδα. Παρόλο που η δική μας άποψη είναι σαφέστατα προς την μία πλευρά, θα προσπαθήσουμε εδώ να κάνουμε μία παρουσίαση όσο πιο αντικειμενικά γίνεται της ιστορικής ελληνικής θρησκείας, όπως αυτή ήταν κατανοητή στους ακολούθους της. Στο τέλος, θα απαντήσουμε και στο δίλημμα «Ελληνική θρησκεία ή Χριστιανισμός».

Τι ήταν η ιστορική ελληνική θρησκεία

Σήμερα έχουμε, ειδικά στην Ευρώπη, μία πολύ συγκεκριμένη άποψη για το τι σημαίνει θρησκεία ή παράδοση (εδώ οι λέξεις χρησιμοποιούνται ως έχουσες το ίδιο νόημα). Έτσι, ως θρησκεία είναι ένα συγκροτημένο δόγμα για το επέκεινα, το οποίο καθορίζεται από μία οργανωμένη ιεραρχία κληρικών και διαθέτει την ηθική και πρακτική/τελετουργική πτυχή του· απώτερος δε σκοπός της θρησκείας είναι η σωτηρία του ανθρώπινου προσώπου, η κάθαρση από την αμαρτία και η αποκατάσταση του ανθρώπου στο προ πτωτικό στάδιο του. Αυτοί οι σκοποί δεν υφίστανται μόνο στον Χριστιανισμό ή έστω το Ισλάμ, αλλά επεκτείνονται όπου υπάρχει αληθινό και ακμαίο θρησκευτικό πνεύμα. Τέτοιες πεποιθήσεις υπήρχαν και στην αρχαιότητα, ιδίως σε μυστηριακές λατρείες όπως αυτή των Ορφικών και αργότερα στον Πυθαγόρειο κύκλο. Όσον αφορά όμως τις γενικές αντιλήψεις περί θρησκείας και την ολυμπιακή λατρεία, οι οποίες μας απασχολούν εδώ, υπήρχε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο. Η επίσημη θρησκεία, τουλάχιστον στα ιστορικά χρόνια, ήταν στην ουσία μία λειτουργία που εξασφάλιζε την κοινωνική ευταξία· «η λατρεία είχε ως σκοπό την διατήρηση της εύνοιας των θεών για το καλό των κοινοτήτων»1. Ουσιαστική σχέση του ανθρώπου με τους θεούς δεν υφίστατο, διότι οι τελετές θεωρούνταν πως λειτουργούν με έναν κατ’ ουσία μηχανικό τρόπο ή, θα μπορούσαμε να πούμε, μαγικό. Η ορθή και ακριβής τέλεση του ιερού πρακτικού σήμαινε και εύνοια του θεού, χωρίς να απαιτείται καμία προσωπική κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής από την αμαρτία.

«Η γνήσια ελληνική θρησκευτικότητα, όπως προβάλλει ήδη από τους στίχους του Ησιόδου, ήταν ξένη από κάθε μυστικό ή εκστατικό περιεχόμενο και αποστρεφόταν την έντονη θρησκευτική συγκίνηση, τη γνωστή από τα διονυσιακά όργια»2· αυτό σήμαινε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια για μία πιο ουσιαστική θρησκευτικότητα, η οποία κατ’ ανάγκην θα είχε εσωτερικό χαρακτήρα, θα ήταν έξω από αυτό το περίγραμμα και θα θεωρούνταν αν όχι με εχθρότητα, τουλάχιστον με επιφύλαξη από τους φορείς της επίσημης λατρείας. Η σύνδεση της λατρευτικής παραδόσεως με την εκάστοτε πολιτική και κοινωνική δομή μίας πόλεως κράτους ήταν απόλυτη. Ακόμη και οι απαγορευτικοί νόμοι κατά της αθεΐας στην Αθήνα, οι οποίοι σίγουρα ήσαν πολύ παλαιότεροι του τότε καθεστώτος και απευθύνονταν σε μία άλλη πιο παραδοσιακή νοοτροπία, γίνονταν κατανοητοί από τους πολίτες της εποχής όχι ως απαγορεύοντες την αθεΐα ως πεποίθηση προσωπική, αλλά την μη μετοχή στις επίσημες τελετές της πόλεως· κάπως έτσι και η κατηγορία περί καινών δαιμονίων ενάντια στον Σωκράτη, κάτι που δείχνει ότι κάποτε υπήρχε μία πιο συμπαγής και αντικειμενική θρησκευτική συνείδηση, δεν θα μπορούσε να σταθεί εάν δεν συνδυαζόταν με την κατηγορία περί αθεΐας, όπως την περιγράψαμε ανωτέρω. Σύμφωνα με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «μπορούσε να διωχθή δικαστικώς στην Αθήνα των κλασικών χρόνων όχι μόνο ο άθεος, αλλά και ο αλλόδοξος ή ετερόδοξος, ποτέ όμως για τις δοξασίες του καθαυτές, αλλά γιατί η πατροπαράδοτη πίστη ήταν ο συνεκτικός δεσμός της πόλης και η άρνησή της υπονόμευε την πόλη».3

Σχετική εικόνα

Η ανωτέρω αντίληψη περί θεών και θρησκείας είναι, κατά την άποψη όλων των μεγάλων εκπροσώπων της Παραδοσιακής σκέψης, μία εγγενώς παρακμιακή αντίληψη που δεν αντιπροσωπεύει το αληθινό θρησκευτικό πνεύμα. Ο Ρενέ Γκενόν, στο έργο του «Εισαγωγή στις Ινδουιστικές διδασκαλίες», αναφέρει τα ακόλουθα:

«Πράγματι η θρησκεία, ή τουλάχιστον το διά της λέξεως ταύτης κατ΄εκείνην την εποχήν νοούμενον, απετέλει μίαν ενιαίαν και αδιαίρετον ενότητα με το σύνολον των κοινωνικών θεσμών, η δε αναγνώρισις των «θεών της πόλεως» και η τήρησις των νομίμως υφισταμένων τυπικών της λατρείας απετέλουν τον βασικόν όρον της υπάρξεως και την εγγύησιν της σταθερότητος των θεσμών τούτων διότι δια του πράγματος τούτου απέκτων ούτοι πραγματικώς παραδοσιακόν χαρακτήρα. Πάντως όμως από της εποχής εκείνης ή από της κλασσικής υπήρχε τι το μή κατανοούμενον, το οποίον ευρίσκετο εντός της αρχής επί της οποίας η παράδοσις αύτη εστηρίζετο πνευματικώς. … Μεταξύ των Ελλήνων ιδίως, τα τυπικά και τα σύμβολα, τα οποία είχον ούτοι κληρονομήσει από αρχαιοτέρας παραδόσεις αι οποίαι είχον προ πολλού λησμονηθή, από πολύ ενωρίς απώλεσαν την σημασίαν την οποίαν εξηκριβωμένως είχον αρχικώς, καθ΄όσον η φαντασία του κατ΄εξοχήν καλλιτέχνου τούτου λαού, εκφραζομένη καθ΄όν τρόπον ήθελεν η ατομική φαντασία των ποιητών του, εκάλυψε ταύτα με σχεδόν αδιαπέραστον πέπλον και δια τον λόγον τούτον βλέπομεν φιλοσόφους ως τον Πλάτωνα να διακηρύσσουν αναφανδόν ότι δεν γνωρίζουν τί να υποθέσουν περί των αρχαιοτέρων γραφών τας οποίας κατείχον και αι οποίαι ανεφέροντο εις την Φύσιν των θεών… Ούτω τα σύμβολα εξεφυλίσθησαν και έγιναν απλαί αλληγορίαι, εξ΄αιτίας δε της ακατανικήτου τάσεως την οποίαν είχον οι Έλληνες προς τας ανθρωπομορφικάς παραστάσεις απέβησαν «μύθοι» υπό την σημερινήν σημασίαν της λέξεως ταύτης, από τους οποίος έκαστος ηδύνατο να πιστεύη το εις αυτόν αρεστόν, αρκούσης μόνον της εις τον καθημερινόν βίον αυτού τηρήσεως της επιβαλλομένης υπό των γραπτών κειμένων συμπεριφοράς. Υπό τας συνθήκας ταύτας δεν ήτο δυνατόν να υπάρξη τί άλλον πλην μιας τυπολατρείας, η οποία ήτο τόσον περισσότερον εξωτερική όσον περισσότερον ακατανόητος είχε γίνη η προέλευσις αυτής όχι μόνον εις το πολύ κοινόν, αλλά και εις εκείνους ακόμη οι οποίοι ήσαν επιφορτισμένοι με την εξασφάλισιν της τηρήσεως των αμετάβλητων νόμων υπό της πολιτείας, ενώ ταυτοχρόνως η θρησκεία απωλέσασα τον βαθύτερον λόγον της υπάρξεως της είχε πλέον καταντήσει καθαρώς κοινωνική υπόθεσις».

Από τα ανωτέρω κατανοούμε ότι η ελληνική θρησκεία, παρόλο που οι συμβολισμοί της παρέμεναν καθόλα γνήσιοι, είχε χάσει κάθε αληθινή επαφή με το αληθινά υπερβατικό. Και αυτό, λόγω εκφυλισμού της ίδιας της διάνοιας των πιστών της, οι οποίοι πλέον δεν καταλάβαιναν όχι μόνο την «μυθολογία» αλλά ούτε και τους λόγους των ιδίων των τυπικών, τα οποία τελούσαν με μηχανιστικό τρόπο. Ο καθηγητής Χουσεΐν Νασρ, σε μία συνέντευξη του όταν ερωτήθηκε εάν η ελληνική θρησκεία υπήρξε μέρος των «μεγάλων θρησκειών», οι οποίες διατηρούν μέσα τους στοιχεία της Αλήθειας, απάντησε: «Λοιπόν, δεν θα το έλεγα αυτό, διότι εξαλείφθηκε· ακόμα και στον καιρό του Πλάτωνος, η ελληνική θρησκεία ήδη πέθαινε, όπως είπε ο Πλάτων. Βρίσκονταν στην περίοδο παρακμής της. Πήρε πολύ, πολύ καιρό για αυτήν να πεθάνει, αλλά δεν ήταν η χρυσή εποχή της ελληνικής θρησκείας. Πιθανόν, στην χρυσή εποχή της Ρωμαϊκής και της Ελληνικής θρησκείας, αυτές να ήταν κάτι σαν τον Ινδουισμό ή τις Ινδο-Ευρωπαϊκές θρησκείες». Και ο μεγάλος Ελβετός διδάσκαλος και φιλόσοφος Φρίτγιοφ Σουόν γράφει:

«Γιατί οι Σούφι διακήρυξαν ότι ο Θεός δύναται να είναι παρών, όχι μόνο στις εκκλησίες και τις συναγωγές, αλλά και στους ναούς των ειδώλων; Διότι στις «κλασικές» και «παραδοσιακές» περιπτώσεις παγανισμού, η απώλεια της πλήρους αλήθειας και της αποτελεσματικότητας για σωτηρία, ουσιωδώς προέρχονται από μία θεμελιώδη αλλοίωση της σκέψης των πιστών, και όχι από μία απόλυτη ψευτιά των συμβόλων τους… η πλειονότητα των αρχαίων παγανισμών χαρακτηρίζονταν πράγματι από μία μέθη σχετικά με την ισχύ και την αισθησιακότητα».4

Αποτέλεσμα εικόνας για frithjof schuon

Αναφορικά με τον εκφυλισμό της ρωμαϊκής εποχής, την έλλειψη μίας σοβαρής παράδοσης που θα μπορούσε να επαναφέρει τον κόσμο πίσω στον Θεό, γράφει ο Γκενόν στο έργο του «Η Κρίση του σύγχρονου κόσμου»:

«Υπήρξαν απόπειρες αντίδρασης απέναντι σε αυτήν την παρακμή: ο ίδιος ο Ελληνισμός προσπάθησε να αποκτήσει νέο σθένος με την βοήθεια στοιχείων παρμένων από τα ανατολικά δόγματα με τα οποία μπορούσε να έρθει σε επαφή· τέτοια μέσα όμως δεν ήταν πλέον ικανοποιητικά· ο ελληνο-ρωμαϊκός πολιτισμός έπρεπε να τελειώσει, και η αποκατάσταση (της αληθινής παραδοσιακής τάξης) θα ερχόταν από έξω και θα συνειδητοποιούνταν με μία καθόλα διάφορη μορφή. Ήταν ο Χριστιανισμός που κατάφερε αυτήν την μεταμόρφωση… μετά την ταραχώδη περίοδο των βαρβαρικών εισβολών, απαραίτητης για να ολοκληρώσει την καταστροφή της παλαιά τάξης, μία κανονική τάξη επανιδρύθηκε για την περίοδο μερικών αιώνων. Αυτή η περίοδος ήταν αυτή του Μεσαίωνα, για την οποία οι σύγχρονοι – ανίκανοι να κατανοήσουν την διανοητικότητα του – έχουν την τόσο εσφαλμένη ιδέα ότι είναι για αυτούς πολύ πιο ξένη από ό,τι η κλασική αρχαιότητα»

Έπειτα από τα ανωτέρω, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το δίλλημα ελληνική θρησκεία ή Χριστιανισμός δεν υφίσταται. Και αυτό, διότι η ελληνική θρησκεία μπορεί να ήταν κάποτε, πριν πάρα πολλούς αιώνες, μία γόνιμη και αυθεντική παράδοση που μας έδωσε τους λαμπρούς συμβολισμούς της (αυτά που οι σύγχρονοι αποκαλούν μυθολογία), πλην όμως αυτή έπεσε σε μία σταδιακή παρακμή, ήδη από τον 8ο αιώνα και ίσως και νωρίτερα, έχασε το βαθύτερο νόημα της και κατέληξε τυπολατρία. Αργότερα δε, όσο προχωρούσαν οι αιώνες, εκφυλίστηκε ακόμη περισσότερο, πέφτοντας σε έναν αλόγιστο συγκρητισμό με ξένες λατρείες και με ταυτόχρονη άνθηση του μαγικού και αστρολογικού στοιχείου… όταν τον 5ο μ.Χ αιώνα ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός έδωσε εντολή να κλείσει η Ακαδημία των Αθηνών, ο ύστερος νεοπλατωνισμός, που ακόμη επιβίωνε στον μικρό αυτό θύλακα είχε καταντήσει να συνδυάζει τις υψηλές φιλοσοφικές του οπτικές με τις πλέον εκφυλισμένες πρακτικές μαγείας, θεουργίας και αστρολογίας.

1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «Ελληνιστικοί Χρόνοι» τ. Β, σελ. 164.

2 Ό.π σελ. 165.

3Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «Ελληνιστικοί Χρόνοι», τ. Β σελ 168.

4Κατανοώντας το Ισλάμ, σελ. 55.