Φρίτγιοφ Σουόν: Ο διάλογος Ελληνιστών και Χριστιανών

Το κείμενο αποτελεί μετάφραση του Νίκου Αθανασίου από το ομώνυμο κεφάλαιο του βιβλίου «Φως στους αρχαίους κόσμους» .

Όπως οι περισσότερες ενδοπαραδοσιακές διαμάχες, ο διάλογος που έθετε τον Ελληνισμό ενάντια στον Χριστιανισμό ήταν, σε ένα μεγάλο μέρος του, χωρίς νόημα. Το γεγονός ότι ο καθείς ήταν ορθός σε ένα δεδομένο πεδίο – ή σε μία συγκεκριμένη «πνευματική διάσταση» – κατέληξε στο ο καθένας να βγει νικητής με τον δικό του τρόπο: ο Χριστιανισμός με την επιβολή του σε όλο τον Δυτικό κόσμο, και ο Ελληνισμός με την επιβίωση του στην ίδια την καρδιά του Χριστιανισμού, και προσδίδοντας στην χριστιανική πνευματικότητα ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα.

Οι παρεξηγήσεις ήταν εν τούτοις βαθιές, και δεν είναι δύσκολο να δούμε πως συνέβη αυτό εάν οι αποκλίσεις ως προς τις προοπτικές τους ληφθούν υπόψη. Από την σκοπιά των Ελλήνων, η θεία Αρχή είναι την ίδια στιγμή μία και πολλαπλή· οι θεοί προσωποποιούν τις θεϊκές ποιότητες και λειτουργίες και, την ίδια στιγμή, τις αγγελικές προεκτάσεις αυτών των ποιοτήτων και λειτουργιών· η ιδέα της εμμένειας επικρατεί επί αυτής της υπερβατικότητας, τουλάχιστον στον εξωτερισμό. Το σύμπαν είναι μία τάξη η οποία είναι αρχιτεκτονικά σχεδιασμένη, για να το θέσουμε έτσι, από την Ανώτατη Αρχή μέσω μεσαζόντων, ή ιεραρχιών μεσαζόντων, ως τα γήινα πλάσματα· όλες οι κοσμικές αρχές και οι ακτίνες τους είναι θεϊκές, ή ημι θεϊκές, που σημαίνει ότι ορούνται σε σχέση με την ουσιώδη και λειτουργική θειότητά τους. Εάν ο Θεός μας δίνει ζωή, θερμότητα, και φως, το κάνει μέσω του Ηλίου ή στο βαθμό που Αυτός είναι Ήλιος· ο ήλιος είναι ως το χέρι του Θεού, και ως εκ τούτου είναι θείος· και εφόσον είναι έτσι στο αξίωμα, γιατί να μην είναι και στην αισθητή εκδήλωσή του; Αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων βασίζεται σε μία ουσιαστική συνέχεια ανάμεσα στην Αιτία και το αποτέλεσμα, και όχι σε μία υπαρξιακή ασυνέχεια ή τυχαιότητα· ο κόσμος, όντας η αναγκαία και αυστηρά διατεταγμένη εκδήλωση της Θεότητας, είναι όπως η Θεότητα αιώνιος· για το Θεό, είναι ένας τρόπος να αναπτύσσει τον Εαυτό του «έξω από τον Εαυτό του». Αυτή η αιωνιότητα δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν μπορεί να υποβληθεί σε εκλείψεις, όμως εάν αναποφεύκτως συμβεί αυτό, όπως όλες οι μυθολογίες διδάσκουν, γίνεται έτσι ώστε να μπορεί να αναδυθεί ξανά σε συμφωνία με έναν αιώνιο ρυθμό· δεν μπορεί ως εκ τούτου να μην υπάρχει. Η ίδια η απολυτότητα του Απολύτου απαιτεί τη σχετικότητα· το Μάγια είναι «δίχως απαρχή», λένε οι οπαδοί της Βεδάντα. Δεν υπάρχει «αδικαιολόγητη δημιουργία» ούτε κάποια δημιουργία ex nihilo1· υπάρχει αναγκαία εκδήλωση ex divino,2 και αυτή η εκδήλωση είναι ελεύθερη εντός της δομής της αναγκαιότητας της, και είναι αναγκαία εντός της δομής της ελευθερίας της. Ο κόσμος είναι θεϊκός διά του χαρακτήρα του ως θεϊκή εκδήλωση, ή μέσω του μεταφυσικού θαύματος της ύπαρξης του.

Δεν υπάρχει ανάγκη να περιγράψουμε εδώ, λόγω έγνοιας για συμμετρία, την Χριστιανική οπτική, η οποία είναι αυτή του Σημιτικού μονοθεϊσμού και για το λόγο αυτό γνώριμη σε όλους. Από την άλλη, φαίνεται απαραίτητο προτού προχωρήσουμε περαιτέρω, να ξεκαθαρίσουμε το γεγονός πως η Ελληνιστική σύλληψη της «θειότητας του κόσμου» δεν έχει καμία σχέση με το σφάλμα του πανθεϊσμού, διότι η κοσμική εκδήλωση του Θεού κατά κανέναν τρόπο δεν μειώνει την απόλυτη υπερβατικότητα, την ανήκουσα στην ίδια την Αρχή, και με κανέναν τρόπο δεν αντιφάσκει σε αυτό που είναι μεταφυσικά αποδεκτό στην Σημιτική και Χριστιανική σύλληψη της creatio ex nihilo.3 Το να πιστεύεις ότι ο κόσμος είναι «τμήμα» του Θεού και πως ο Θεός, μέσω του Εαυτού Του, ή μέσω της αυτής ουσίας Του, διαχέει Εαυτόν στις μορφές του κόσμου, θα ήταν μία πραγματικά «παγανιστική» σύλληψη – που ως τέτοια δίχως αμφιβολία υπήρξε εδώ κι εκεί, ακόμα και στους παλιούς – και για να το αποφύγει, πρέπει κανείς να κατέχει μία γνώση η οποία να είναι εγγενώς αυτό που θα εκπροσωπούνταν στο πεδίο των ιδεών από έναν συνδυασμό ανάμεσα στην Ελληνιστική «κοσμοσοφία» και την Ιουδαίο – χριστιανική θεολογία, η αμοιβαία σχέση των δύο οπτικών πλευρών να παίξει το ρόλο μίας λυδίας λίθου σε σχέση με την ολική αλήθεια. Μεταφυσικά μιλώντας, ο Σημιτικός και μονοθεϊστικός «δημιουργισμός», από την στιγμή που παρουσιάζεται ως μία απόλυτη και αποκλειστική αλήθεια, είναι σχεδόν τόσο λανθασμένος όσο και ο πανθεϊσμός· είναι «μεταφυσικά», διότι είναι η καθόλου γνώση που τίθεται υπό αμφισβήτηση κι όχι η ευκαιρία της σωτηρίας μόνο, και «σχεδόν» διότι μία μισή αλήθεια που τείνει να διασφαλίζει την υπερβατικότητα του Θεού με κόστος την μεταφυσική νοητικότητα του κόσμου, είναι λιγότερο εσφαλμένη από μία μισή αλήθεια που τείνει να διασφαλίζει την θεϊκή φύση του κόσμου, με κόστος την νοητικότητα του Θεού.

Αν οι Χριστιανοί πολεμικοί δεν κατάλαβαν ότι η οπτική των Ελλήνων σοφών δεν ήταν παρά το εσωτερικό συμπλήρωμα της Βιβλικής ιδέας της δημιουργίας, οι Έλληνες πολεμικοί δεν κατάλαβαν την συμβατότητα ανάμεσα στις δύο προοπτικές καθόλου καλύτερα. Είναι αληθές πως μία ακατανοησία μερικές φορές γεννά μια άλλη, γιατί είναι δύσκολο να διεισδύσεις στη βαθειά πρόθεση ενός παράξενου σχεδίου, όταν αυτή η πρόθεση παραμένει σιωπηρή, και όταν επιπλέον παρουσιάζεται ως προορισμένη να αντικαταστήσει αλήθειες που μπορεί να είναι μερικές, αλλά οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, είναι προφανείς σε εκείνους που τις αποδέχονται παραδοσιακά. Μία τμηματική αλήθεια δύναται να είναι ανεπαρκής από την μία ή την άλλη οπτική γωνία· παρόλα αυτά είναι αλήθεια.

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστιανισμος

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε ορθώς την σημαντικότητα αυτού του διαλόγου, ο οποίος σε κάποιες πτυχές του δεν ήταν παρά η σύγκρουση δύο μονολόγων, θα πρέπει κανείς να έχει υπόψη του τα ακόλουθα: όσον αφορά τους Χριστιανούς, δεν υπήρχε πιθανότητα γνώσης δίχως αγάπη· αυτό σημαίνει ότι στα μάτια τους η γνώση ήταν έγκυρη μόνο υπό την προϋπόθεση ότι συμπεριλαμβανόταν εντός μίας ενοποιητικής εμπειρίας· από μόνη της, και πέρα από την ζώσα εμπειρία της πνευματικής πραγματικότητας, μία διανοητική γνώση του Σύμπαντος δεν είχε νόημα για αυτούς· όμως τελικά, οι Χριστιανοί αναγνώρισαν τα καλά μίας γνώσης που ήταν θεωρητική, άρα εννοιολογική και προληπτική, και το οποίο έκαναν δανειζόμενοι από τους Έλληνες συγκεκριμένα στοιχεία της επιστήμης τους, όχι δίχως κάποιες φορές να γελοιοποιούν καταχρηστικά τον Ελληνισμό ως τέτοιο, με τόση μεγάλη αχαριστία και ασυνέπεια. Εάν μία απλή και μάλλον συνοπτική διατύπωση είναι επιτρεπτή, θα έλεγε κάποιος πως για τους Έλληνες αλήθεια είναι αυτό που είναι σε αρμονία με την φύση των πραγμάτων· για τους Χριστιανούς αλήθεια είναι αυτό το οποίο οδηγεί στον Θεό. Αυτή η Χριστιανική τάση, στο βαθμό που έτεινε να είναι αποκλειστική, υποχρεωτικά εμφανιζόταν στους Έλληνες ως «ανοησία»· στα μάτια των Χριστιανών, η τάση των Ελλήνων συνίστατο στο να λαμβάνουν την σκέψη ως αυτοσκοπό, έξω από κάθε προσωπική σχέση με τον Θεό· συνεπώς ήταν μία «σοφία κατά σάρκαν», εφόσον δεν ηδύνατο από μόνη της να αναγεννήσει την πεπτωκυία και αδύναμη θέληση, αλλά αντιθέτως με την ανεξαρτησία της τραβά τους ανθρώπους μακριά από την δίψα του Θεού και την σωτηρία. Από την ελληνική οπτική γωνία, τα πράγματα είναι ό,τι είναι, οτιδήποτε και αν κάνουμε εμείς· από την χριστιανική – για να το πούμε σχηματικά, και a priori – μόνον η σχέση μας με τον Θεό έχει νόημα. Οι Χριστιανοί μπορούν να κατηγορηθούν για μία οπτική που ασχολούνταν πάρα πολύ με την θέληση και πολύ ιδιοτελή, και οι Έλληνες αφενός για πολύ ζωηρότητα σκέψης και αφετέρου για μία πολύ ορθολογική και πολύ ανθρώπινη τελειομανία· ήταν, από μία άποψη, η διαμάχη ενός άσματος αγάπης και ενός μαθηματικού θεωρήματος. Δύναται επίσης να λεχθεί ότι οι Έλληνες ήταν κυρίως σωστοί στις αρχές και οι Χριστιανοί στα δεδομένα, τουλάχιστον με μία συγκεκριμένη έννοια που μπορεί να διακριθεί χωρίς δυσκολία.

Αποτέλεσμα εικόνας για αποστολος παυλος

Όσο για τους Χριστιανούς γνωστικούς4, αναγκαστικά παραδέχονταν τις δογματικές προσδοκίες των θείων μυστηρίων, αλλά με τον όρο – που δεν μπορεί να τονισθεί πάρα πολύ – ότι παρέμεναν σε μία ημι-οργανική σύνδεση με την πνευματική εμπειρία της γνώσεως-αγάπης· το να γνωρίζεις τον Θεό σημαίνει να Τον αγαπάς, ή μάλλον, αφού το σημείο εκκίνησης της Γραφής είναι η αγάπη: το να αγαπάς τον Θεό τέλεια, είναι να τον γνωρίζεις. Το να γνωρίζεις, ήταν πράγματι a priori5 για να συλλάβεις τις υπερφυσικές αλήθειες, αλλά να γίνει ενόσω συμμετέχουμε με όλο το είναι μας σε αυτήν την κατανόηση· ήταν λοιπόν να αγαπούμε την θεϊκή πεμπτουσία όλης της γνώσεως, αυτή η πεμπτουσία η οποία είναι «αγάπη» διότι είναι την ίδια στιγμή ένωση και ομορφιά. Η Αλεξανδρινή Σχολή ήταν όσο χριστιανική ήταν και η Αντιοχειανή, με την έννοια ότι έβλεπε στην αποδοχή του Χριστού την sine qua non 6 της σωτηρίας· τα θεμέλια της ήταν εντελώς Παύλεια. Κατά την άποψη του Αγίου Παύλου η εννοιολογική και εκπεφρασμένη γνώση είναι μία «εν μέρει» γνώση (ex parte), και θα πρέπει να «πάψει να υπάρχει» όταν «αυτό το οποίο είναι τέλειο θα έρθει»7, δηλαδή η ολική γνώση, η οποία μέσω του ίδιου του γεγονότος της καθολικότητάς της, είναι «αγάπη», το θείο πρωτότυπο της ανθρώπινης γνώσεως. Στην περίπτωση του ανθρώπου υπάρχει ένας διαχωρισμός – ή μία συμπληρωματικότητα – ανάμεσα στην αγάπη και τη γνώση, αλλά εν Θεώ η πολικότητά τους υπερβαίνεται και ενοποιείται. Στην Χριστιανική προοπτική αυτός ο ανώτατος βαθμός καλείται «αγάπη», αλλά σε μία άλλη προοπτική – ειδικά στην Βεδαντική – κανείς μπορεί να το ονομάσει εξ ίσου «γνώση», ενώ παράλληλα να διατηρεί όχι ότι η γνώση βρίσκει την ολοκλήρωση ή την εξύψωση της στην αγάπη, αλλά αντιθέτως πως η αγάπη (μπάκτι), ούσα ατομική, βρίσκει την εξύψωση της στην καθαρή γνώση (τζινάνα) η οποία είναι καθολική· αυτός ο δεύτερος τρόπος έκφρασης ευθυγραμμίζεται άμεσα με την σοφιακή προοπτική.

Η Χριστιανική διαμαρτυρία είναι αναντιρρήτως δικαιωμένη ενόσω στρέφεται προς την «ανθρωπιστική» πλευρά του «κλασικού» Ελληνισμού και προς την μυστική αναποτελεσματικότητα της φιλοσοφίας καθαυτής. Από την άλλη, δεν είναι καθόλου λογικό να κατηγορούμε τους Έλληνες για μία θεοποίηση του κόσμου, με το πρόσχημα ότι δεν μπορεί να υπάρξει «είσοδος» του Θεού μέσα στον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα παραδεχόμαστε ότι ο Χριστός, και μόνον Αυτός, φέρνει μία τέτοια «είσοδο»· πράγματι, εάν ο Χριστός μπορεί να το κάνει, μπορεί ακριβώς διότι αυτό είναι δυνατό και επειδή είναι πραγματοποιημένο a priori από τον κόσμο τον ίδιο: το «αβαταρικό» θαύμα του Χριστού αναμοχλεύει, ή ανθρωποποιεί, το κοσμικό θαύμα της δημιουργίας, ή της «γεννήσεως».

Από την οπτική γωνία των Πλατωνιστών – με την ευρεία έννοια – η επιστροφή στον Θεό είναι εγγενής στο γεγονός της ύπαρξης: το ον μας προσφέρει την οδό της επιστροφής, γιατί αυτό το ον είναι θεϊκό στην φύση του, ειδάλλως δεν θα ήταν τίποτε· για αυτό πρέπει να επιστρέψουμε, περνώντας μέσα από το στρώμα της οντολογικής μας πραγματικότητας, κατευθείαν στην καθαρή Ουσία, η οποία είναι μία· τότε είναι που γινόμαστε τέλεια, «οι εαυτοί μας». Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ό,τι γνωρίζει: μία πλήρης κατανόηση – στο φως του Απολύτου – της σχετικότητας την διαλύει και οδηγεί πίσω στο Απόλυτο. Εδώ ξανά, δεν υπάρχει ένας αμείωτος ανταγωνισμός ανάμεσα στους Έλληνες και τους Χριστιανούς: εάν η παρέμβαση του Χριστού δύναται να γίνει απαραίτητη, αυτό δεν συμβαίνει επειδή η απελευθέρωση είναι κάτι διάφορο από την επιστροφή, μέσω του στρώματος της δικής μας ύπαρξης, πίσω στον αληθή Εαυτό μας, αλλά επειδή η λειτουργία του Χριστού είναι να καταστήσει μία τέτοια επιστροφή δυνατή. Την έκανε δυνατή σε δύο επίπεδα, το ένα υπαρξιακό και εξωτερικό, και το άλλο νοητικό και εσωτερικό· το δεύτερο επίπεδο είναι κρυμμένο στο πρώτο, το οποίο μόνο αυτό είναι φανερό, και αυτός είναι ο λόγος του γιατί, για τα κοινά μέλη των θνητών8 η χριστιανική οπτική είναι μόνο υπαρξιακή και διαχωριστική, κι όχι νοητική και ενοποιητική. Αυτό εγείρει μία άλλη παρεξήγηση μεταξύ Χριστιανών και Πλατωνιστών: ενώ οι Πλατωνιστές προκρίνουν την απελευθέρωση μέσω της Γνώσης, καθώς ο άνθρωπος είναι νοημοσύνη, οι Χριστιανοί διαβλέπουν στο δικό τους γενικό δόγμα μία σωτηρία δια της Χάρητος, διότι ο άνθρωπος είναι ύπαρξη – ως τέτοια χωρισμένη από το Θεό – και μία εκπεσμένη και ανίκανη θέληση. Για άλλη μια φορά, οι Έλληνες μπορούν να κατηγορηθούν πως έχουν στη διάθεσή τους μόνον έναν τρόπο, απρόσιτο στην πλειοψηφία, και πως δίνουν την εντύπωση πως είναι η φιλοσοφία αυτή που σώζει, όπως ακριβώς μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τους Χριστιανούς για αγνόηση της απελευθέρωσης διά της Γνώσης, και για την πρόσδοση ενός απολύτου χαρακτήρα στην υπαρξιακή και θεληματική πραγματικότητα μόνο και στα μέσα που είναι κατάλληλα για αυτή την πτυχή της ύπαρξής μας, ή για την θεώρηση μόνο της υπαρξιακής μας σχετικότητας και όχι της «νοητικής απολυτότητας»· παρ’ όλα αυτά, η μομφή προς τους Έλληνες δεν μπορεί να αφορά τους σοφούς τους περισσότερο από όσο η μομφή προς τους Χριστιανούς μπορεί να αμφισβητήσει την γνώση τους, ή κατά ένα γενικό τρόπο την αγιότητά τους.

Η πιθανότητα μας για επιστροφή στον Θεό – σε διαφορετικές βαθμίδες – είναι καθολική και δίχως χρόνο: είναι εγγεγραμμένη στην ίδια τη φύση της ύπαρξής μας και της νοημοσύνης μας· η αδυναμία μας δύναται να είναι μόνο συμπτωματική, όχι ουσιώδης. Αυτό που είναι αξιωματικά απαραίτητο είναι μία παρεμβολή του Λόγου,9 αλλά όχι σε κάθε περίπτωση η παρέμβαση μίας συγκεκριμένης εκδηλώσεως του Λόγου, εκτός εάν ανήκουμε εκεί λόγω της κατάστασής μας και, εξαιτίας αυτού, μας επέλεξε εκείνη· μόλις μας διαλέξει, κατέχει την θέση του Απολύτου όσον αφορά εμάς, και τότε «είναι» το Απόλυτο. Θα μπορούσε ακόμη να ειπωθεί, πως ο επιτακτικός χαρακτήρας που ο Χριστός λαμβάνει για τους Χριστιανούς – ή για ανθρώπους που είναι προορισμένοι από την Πρόνοια για τον Χριστιανισμό – επαναλαμβάνει τον επιτακτικό χαρακτήρα που είναι εγγενής στον Λόγο σε κάθε πνευματική οδό, είτε της Ανατολής είτε της Δύσεως.

Σχετική εικόνα

Πρέπει κανείς να αντιδράσει απέναντι στην εξελικτιστική προκατάληψη η οποία θεωρεί πως η σκέψη των Ελλήνων «επίτευξε» ένα συγκεκριμένο επίπεδο ή ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή στο ότι η τριάδα Σωκράτης-Πλάτων-Αριστοτέλης αντιπροσωπεύουν την κορύφωση μίας καθόλα «φυσικής» σκέψεως, μία κορύφωση φτασμένη έπειτα από μακρές περιόδους προσπάθειας και ψαχουλέματος. Το αντίθετο είναι αληθές, με την έννοια ότι αυτό που έκανε όλο κι όλο η ανωτέρω τριάδα ήταν να αποκρυσταλλώσει, μάλλον ατελώς, μία αρχέγονη και εγγενώς άχρονη σοφία, πράγματι Αρίας προέλευσης και τυπολογικά κοντά στους Κελτικούς, Γερμανικούς, Μαζδαϊκούς, και Βραχμανικούς εσωτερισμούς. Υπάρχει στην Αριστοτέλεια λογική και ακόμα και στην Σωκρατική διαλεκτική ένα είδος «ανθρωπισμού», λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένο με τον καλλιτεχνικό νατουραλισμό και την επιστημονική περιέργεια, ως εκ τούτου με τον εμπειρισμό. Αλλά αυτή η ήδη πολύ ενδεχόμενη διαλεκτική – αν και πρέπει να έχουμε κατά νου πως οι Σωκρατικοί διάλογοι ανήκουν στην πνευματική «παιδαγωγία» και έχουν κάτι το προσωρινό μέσα τους – δεν θα έπρεπε να μας οδηγήσει στο να αποδώσουμε έναν «φυσικό» χαρακτήρα σε ενοράσεις οι οποίες είναι «υπερφυσικές» εξ ορισμού ή «φυσικώς υπερφυσικές». Επί του συνόλου, ο Πλάτων εξέφρασε ιερές αλήθειες σε μία γλώσσα που ήδη είχε γίνει ανίερη – ανίερη γιατί ήταν πιο λογική και παρεκβατική παρά διαισθητική και συμβολική, ή επειδή ακολούθησε πολύ στενά τις προσωρινότητες και τις ευδιαθεσίες του καθρέφτη που είναι η διάνοια – ενώ ο Αριστοτέλης τοποθέτησε την ίδια την αλήθεια, και όχι απλά μόνο την έκφρασή της, σε ένα «ανθρωπιστικό» και βέβηλο επίπεδο. Η πρωτοτυπία του Αριστοτέλη και της σχολής του βρίσκεται αναμφισβήτητα στην πρόσδοση στην αλήθεια μεγίστων λογικών βάσεων, αλλά αυτό δεν δύναται να γίνει χωρίς την μείωση αυτής της αλήθειας, και δεν έχει κανέναν σκοπό εκτός από την περίπτωση όπου υπάρχει μια οπισθοδρόμηση της νοεράς ενόρασης· είναι ένα «δίκοπο μαχαίρι» ακριβώς διότι η αλήθεια φαίνεται να είναι από δω και πέρα στο έλεος συλλογισμών. Το ζήτημα του κατά πόσο αυτό αποτελεί προδοσία ή προνοητική αναπροσαρμογή είναι μικρής σημασίας εδώ, και δίχως αμφιβολία μπορεί να λάβει και τις δύο απαντήσεις.10 Αυτό που είναι σίγουρο, είναι πως η διδαχή του Αριστοτέλη, όσον αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο της, είναι ακόμα πολύ αληθινή για να κατανοηθεί και να εκτιμηθεί από τους πρωταγωνιστές της «δυναμικής» ή σχετικοκρατικής ή «υπαρξιακής» σκέψης της εποχής μας. Αυτός ο τελευταίος ημιπληβειακός, ημιδαιμονικός τύπος σκέψης είναι σε αντίφαση με τον εαυτό του από την πρώτη εκκίνησή του, αφού το να πούμε πως όλα είναι σχετικά ή «δυναμικά», και ως εκ τούτου «σε κίνηση», σημαίνει πως δεν υπάρχει οπτική από την οποία αυτό το γεγονός να μπορεί να καθιερωθεί· ο Αριστοτέλης, σε κάθε περίπτωση, είχε πλήρως προβλέψει αυτόν τον παραλογισμό.

Οι σύγχρονοι μέμφονται τους προ-Σωκρατικούς φιλοσόφους – και όλους τους σοφούς της Ανατολής επίσης – ότι προσπάθησαν να κατασκευάσουν μία εικόνα του σύμπαντος δίχως να ρωτήσουν τους εαυτούς τους εάν οι δυνατότητες γνώσης μας ανταποκρίνονται σε έναν τέτοιο εγχείρημα· η μομφή είναι τελείως μάταιη, γιατί το γεγονός μόνο πως μπορούμε να θέσουμε ένα τέτοιο ερώτημα αποδεικνύει πως η νοημοσύνη μας είναι αρκετή για τις ανάγκες της περίπτωσης. Δεν είναι οι «δογματικοί» που είναι αφελείς, αλλά οι σκεπτικοί, που δεν έχουν την ελάχιστη ιδέα του τι υπονοείται στον «δογματισμό» στον οποίο αντιτίθενται. Στις ημέρες μας μερικοί πάνε τόσο μακριά ώστε να πουν πως ο σκοπός της φιλοσοφίας μπορεί μόνο να είναι η αναζήτηση ενός «τύπου ορθολογικότητας» προσαρμοσμένος στην αντίληψη της ανθρώπινης πραγματικότητας· το σφάλμα είναι το ίδιο, αλλά σε μία πιο χονδροειδή και κατώτερη εκδοχή του, και πιο παρωχημένη επίσης. Πως γίνεται και δεν δύνανται να δουν πως η ίδια η ιδέα της επινόησης μίας τέτοιας νοημοσύνης ικανής να λύνει τέτοια προβλήματα, αποδεικνύει ευθύς εξαρχής ότι αυτή η νοημοσύνη υπάρχει ήδη – γιατί από μόνη της θα μπορούσε να συλλάβει μία τέτοια ιδέα – και σε δεύτερη μοίρα δείχνει πως ο στόχος που της αποδίδεται είναι ακαταμέτρητης παραφροσύνης; Όμως ο τωρινός σκοπός μας δεν είναι να επεκταθούμε σε αυτό το θέμα· είναι απλώς να δώσουμε προσοχή στον παραλληλισμό ανάμεσα στην προ-Σωκρατική – ή πιο ειδικά στην Ιωνική – σοφία και τα Ανατολικά δόγματα της Βαϊσεσικά και της Σάνκυγια, και να υπογραμμίσουμε, αφενός, ότι σε όλες αυτές τις αρχαίες οράσεις του Σύμπαντος η υποκρυπτόμενη αξίωση είναι το έμφυτο της φύσεως των πραγμάτων στο Νου11 και όχι μία υπόθεση ή άλλη λογική λειτουργία, και αφετέρου ότι αυτή η ένδειξη του εμφύτου θωρακίζει την ίδια τη σημασία αυτού που οι σκεπτικοί και οι εμπειριστές νομίζουν πως πρέπει περιφρονητικά να χαρακτηρίζουν ως «δογματισμό»· με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζουν την άγνοιά τους, όχι μόνο για την φύση των ενοράσεων, αλλά και για την φύση των δογμάτων, με την πρέπουσα σημασία της λέξης. Το άξιον θαυμασμού στους Πλατωνιστές δεν είναι, χωρίς αμφιβολία, η «σκέψη» τους· είναι το περιεχόμενο της σκέψης τους, είτε το πούμε «δογματικό» είτε αλλιώς.

Αποτέλεσμα εικόνας για αριστοτελης

Οι Σοφιστές εγκαινιάζουν την περίοδο του ατομικιστικού ορθολογισμού και των απεριόριστων αξιώσεων· ανοίγουν, έτσι, την θύρα σε κάθε αυθαίρετο ολοκληρωτισμό. Είναι αλήθεια πως η κοσμική φιλοσοφία ξεκινάει επίσης με τον Αριστοτέλη, αλλά με μάλλον διαφορετική έννοια, καθώς η ορθολογικότητα του Σταγειρίτη έτεινε ανοδικώς και όχι καθοδικώς, όπως κάνει αυτή του Πρωταγόρα και των ομοίων του· με άλλα λόγια, εάν ένας διαλυτικός ατομικισμός αρχίζει με τους Σοφιστές – μην ξεχνάμε συγγενή πνεύματα, όπως ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος – ο Αριστοτέλης, από την άλλη, ανοίγει μία εποχή ενός ορθολογισμού ακόμη αγκυροβολημένου σε μία μεταφυσική βεβαιότητα, αλλά παρ’ όλα αυτά ευθραύστου και διφορούμενου στην ίδια την αρχή του, όπως μας δόθηκε η ευκαιρία πολλές φορές να επισημάνουμε.

Όπως και να έχει, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την Χριστιανική αντίδραση, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όλες αυτές τις πλευρές του πνεύματος της Ελλάδος, και την ίδια στιγμή τον Βιβλικό, μυστικό και «πραγματοποιήσιμο» χαρακτήρα του Χριστιανισμού. Η Ελληνική σκέψη παρουσιάσθηκε κυρίως ως μία Προμηθεϊκή απόπειρα να σφετεριστεί για τον εαυτό της το φως του Ουρανού, διαπερνώντας ακρίτως τα στάδια που οδηγούν στην Αλήθεια· αλλά ταυτόχρονα ήταν σε μεγάλο βαθμό ακαταμάχητη, λόγω της αυτοδυναμίας του περιεχομένου της: κρατώντας αυτό, δεν πρέπει κανείς να ξεχνάει πως στην Ανατολή τα δόγματα περί σοφίας δεν παρουσιάσθηκαν ποτέ στη μορφή μίας «γραμματείας» ανοικτής σε όλους, αλλά τουναντίον η αφομοίωση τους απαιτούσε μία ανταποκρινόμενη πνευματική μέθοδο και αυτό είναι το βασικό πράγμα που εξαφανίσθηκε και που δεν μπορούσε πια να βρεθεί ανάμεσα στους Έλληνες της κλασικής εποχής.

Έχει ειπωθεί ξανά και ξανά πως οι Ελληνιστές και οι Ανατολικοί– «πλατωνικά» πνεύματα στην ευρεία έννοια τους – είναι άξιοι κατηγορίας επειδή «αλαζονικά» απέρριψαν τον Χριστό, ή επειδή προσπάθησαν να ξεφύγουν των «υποχρεώσεων» τους – για άλλη μια φορά και πάντα! – ως πλάσματα απέναντι στον Πλάστη τους περιοριζόμενοι στο δικό τους κέντρο όπου ισχυριζόμενοι ότι βρήκαν, στην δική τους καθαρή ύπαρξη, την ουσία των πραγμάτων και της θείας Πραγματικότητας· αραιώνουν έτσι, υποθετικά, την ποιότητα του δημιουργήματος αλλά και τους Δημιουργού με ένα είδος πανθεϊστικού ιμπερσοναλισμού, που ισοδυναμεί με την καταστροφή της «υποχρέωσης» μεταξύ του Δημιουργού και του δημιουργήματος. Στην πραγματικότητα οι «υποχρεώσεις» είναι σχετικές, όπως είμαστε κι εμείς σχετικοί στην «υπαρξιακή» μας λεπτομέρεια· δεν μπορούν να είναι λιγότερο σχετικές – ή «περισσότερο απόλυτες» – προς το υποκείμενο στο οποίο συσχετίζονται. Κάποιος που, με την Χάρη εξ Ουρανών, επιτυγχάνει να διαφύγει από την τυραννία του εγώ του είναι από αυτή την περίσταση και μόνο απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις που το εγώ περιλαμβάνει. Ο Θεός δείχνει Εαυτόν ως δημιουργικό Πρόσωπο στο μέτρο που – ή σε σχέση με το γεγονός πως – εμείς είμαστε «πλάσματα» και άτομα, αλλά αυτή η αμοιβαία σχέση κείται μακράν του να εξαντλεί όλη την οντολογική και νοερά μας φύση· αυτό σημαίνει ότι, η φύση μας δεν μπορεί να ορισθεί εξαντλητικά με τις έννοιες του «καθήκοντος», των «δικαιωμάτων», ούτε από άλλους καταναγκασμούς του είδους. Έχει λεχθεί πως η απόρριψη του Χριστικού δώρου από μέρους του «Πλατωνικού» πνεύματος συνιστά την πιο λεπτή και εωσφορική διαστροφή της νοημοσύνης· το επιχείρημα αυτό, γεννημένο από ένα εσφαλμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης, αν και κατανοητό στο δικό του πλαίσιο, μπορεί ευκόλως και πολύ πιο αρμοδίως να στραφεί εναντίον αυτών που το χρησιμοποίησαν: διότι αν είμαστε υποχρεωμένοι με κάθε κόστος να βρίσκουμε μία διανοητική διαστροφή κάπου, θα την βρούμε σε αυτούς που θέλουν να αντικαταστήσουν το Απόλυτο με έναν προσωπικό και ως εκ τούτου σχετικό Θεό, και να έχουν χρονικά φαινόμενα αντί για μεταφυσικές αρχές , όχι σε σχέση με μία παιδική πίστη που δεν απαιτεί τίποτα από κανέναν, αλλά στο πλαίσιο της πιο απαιτητικής πολυμάθειας και της πιο ολοκληρωτικής διανοητικής αξίωσης. Εάν υπάρχει κάτι σαν κατάχρηση της νοημοσύνης, βρίσκεται στην υποκατάσταση του σχετικού επί του Απολύτου, ή του συμπτωματικού επί της ουσίας, με το πρόσχημα της τοποθέτησης του «συγκεκριμένου» επί του «αορίστου»·12 δεν βρίσκεται στην απόρριψη – εν ονόματι υπερβατικών και αναλλοίωτων αξιωμάτων – μίας σχετικότητας παρουσιαζόμενης ως απολυτότητα.

Η παρεξήγηση μεταξύ Χριστιανών και Ελληνιστών μπορεί κατά μεγάλο μέρος να συνοψισθεί σε μία ψευδή εναλλακτική: δηλαδή, το γεγονός πως ο Θεός κατοικεί στο βαθύτατο είναι μας – ή στο δια προσωπικό βάθος της συνείδησης μας – και ότι δυνάμεθα αξιωματικά να τον γνωρίσουμε με τη βοήθεια του καθαρού και θεομορφικού Νου, κατά κανέναν τρόπο δεν αποκλείει την ίση και ταυτόχρονη επιβεβαίωση αυτής της ενυπάρχουσας και απρόσωπης Θεότητας ως αντικειμενική και προσωπική, ούτε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε δίχως την χάρη Του, παρόλο τον ουσιαστικώς «θείο» χαρακτήρα του Νου στον οποίο μετέχουμε φυσικά και υπερφυσικά.

Είναι εντελώς αλήθεια πως το ανθρώπινο άτομο είναι ένα ιδιαίτερο και ορισμένο πρόσωπο, και υπεύθυνο ενώπιον ενός Δημιουργού, ενός προσωπικού και παντοκράτορος Νομοθέτη· αλλά είναι εξίσου αλήθεια – τουλάχιστον – ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά μέσο έκφρασης, θα λέγαμε εξωτερικό και συμπυκνωμένο, μίας Θεότητας ταυτόχρονα απρόσωπης και προσωπικής, και πως η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι τέτοια που μπορεί να έχει συνείδηση αυτού αξιωματικά, και έτσι να αναγνωρίζει την αληθινή της ταυτότητα. Κατά μία έννοια, είναι εμφανής η έκπτωτη και αμαρτωλή ατομικότητα που είναι οι «εαυτοί μας»· Κατά μία άλλη έννοια είναι ο υπερβατικός και αναλλοίωτος Εαυτός: τα επίπεδα είναι διαφορετικά· δεν υπάρχει κανένα κοινό μέτρο αναμεταξύ των.

Όταν ο θρησκευτικός δογματιστής αξιώνει για κάποιο επίγειο γεγονός μία απόλυτη σπουδαιότητα – και δεν τίθεται εδώ σε αμφισβήτηση ο «σχετικά απόλυτος» χαρακτήρας του ίδιου του γεγονότος – ο Πλατωνιστής ή ο Ανατολικός απευθύνει έκκληση σε βασικές και διαχρονικές βεβαιότητες· με άλλα λόγια, όταν ο δογματικός βεβαιώνει πως «αυτό είναι», ο γνωστικός αμέσως ρωτάει: «λόγω ποιας δυνατότητας;» Σύμφωνα με τον γνωστικό «όλα έχουν ήδη γίνει»· παραδέχεται το «νέο» μόνον εφόσον αυτό ανατρέχει ή εκδηλώνει το «αρχαίο», ή μάλλον την διαχρονική, άκτιστη «ιδέα». Η λειτουργία ουρανίων μηνυμάτων είναι στην πράξη, και ανθρωπίνως, απόλυτη, αλλά δεν είναι για αυτό το λόγο το Απόλυτο, και όσον αφορά την μορφή τους δεν ξεπερνούν την σχετικότητα. Το ίδιο ισχύει για τον νου που είναι τόσο «κτιστός» όσο και «άκτιστος»· το «άκτιστο» στοιχείο τον διαπερνά όπως το φως τον αέρα ή τον αιθέρα· αυτό το στοιχείο δεν είναι το φως, αλλά το όχημα του, και στην πράξη δεν μπορούν αυτά να διαχωριστούν.

Σχετική εικόνα

Υπάρχουν δύο πηγές βεβαιότητας: αφενός, το έμφυτο του Απολύτου στην καθαρή νοημοσύνη, και αφετέρου το υπερφυσικό φαινόμενο της χάρης. Είναι αρκετά εμφανές – και δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνεται συχνά – ότι αυτές οι δύο πηγές δύνανται, και κατά συνέπεια πρέπει, να συνδυάζονται σε έναν ορισμένο βαθμό, αλλά για την ακρίβεια οι εξωτεριστές έχουν μία τάση να τα θέτουν το ένα εναντίον του άλλου, και το κάνουν με το να αρνούνται στην νοημοσύνη την υπερφυσική ουσία της και αρνούμενοι το έμφυτο του Απολύτου, καθώς και με το να αρνούνται την χάρη σε αυτούς που σκέπτονται διαφορετικά από τους ίδιους. Μία αμείωτη αντίθεση ανάμεσα στην νοημοσύνη και την χάρη είναι όσο επιφανειακή δύναται να είναι, διότι η νόηση είναι επίσης χάρη, αλλά μία στατική και ενυπάρχουσα χάρη· δεν μπορεί να υπάρξει κανένας απολύτως λόγος του γιατί αυτό το είδος χάρης δεν θα έπρεπε να είναι πιθανό, ή δεν θα έπρεπε να εκδηλώνεται, αφού από την ίδια τη φύση του δεν δύναται να μην είναι. Εάν κανείς φέρει την ένσταση ότι σε αυτά τα θέματα δεν είναι ζήτημα «χάριτος» αλλά κάτι άλλο, τότε η απάντηση πρέπει να είναι πως σε αυτήν την περίπτωση η χάρη δεν είναι απαραίτητη, αφού μόνο δύο εναλλακτικές υπάρχουν: είτε η χάρη είναι απαραίτητη, και αν ναι, τότε η νόηση είναι χάρη, ή η νόηση δεν είναι χάρη, και εάν είναι έτσι τότε η χάρη δεν είναι απαραίτητη.

Αν οι θεολόγοι παραδέχονται, μαζί με τις Γραφές, πως κανείς δεν μπορεί να εκφράσει μια ουσιαστική αλήθεια για τον Χριστό παρά μόνο «δια Πνεύματος Αγίου», πρέπει επίσης να παραδεχθούν πως κανείς δεν μπορεί να εκφέρει μια ουσιαστική αλήθεια για τον Θεό δίχως την παρέμβαση του ιδίου αυτού Πνεύματος· οι αλήθειες της σοφίας της Ελλάδος, όπως οι μεταφυσικές αλήθειες όλων των λαών, δεν μπορούν ως εκ τούτου, να απεκδυθούν από τον «υπερφυσικό» και εγγενώς σωτήριο χαρακτήρα τους.

Από μία ορισμένη άποψη, το Χριστιανικό επιχείρημα είναι η ιστορικότητα του Χριστού-Σωτήρος, ενώ το Πλατωνικό ή «Άρειο» επιχείρημα είναι η φύση των πραγμάτων ή το «Αμετάβλητο». Εάν, για να μιλήσουμε συμβολικά, όλοι οι άνθρωποι είναι σε κίνδυνο από πνιγμό εξαιτίας της πτώσης του Αδάμ, ο Χριστιανός σώζεται γραπώνοντας το ξύλο που του προτείνει ο Χριστός, το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να κρατήσει, ενώ ο Πλατωνιστής σώζεται κολυμπώντας· κανένας δρόμος όμως δεν αποδυναμώνει ή εξουδετερώνει τον άλλον. Αφενός, υπάρχουν οπωσδήποτε άνθρωποι που δεν γνωρίζουν πώς να κολυμπήσουν ή εμποδίζονται να το κάνουν, αλλά αφετέρου η κολύμβηση είναι αναντίρρητα ανάμεσα στις πιθανότητες ανοικτές στον άνθρωπο· το θέμα είναι να ξέρεις τι μετρά σε μία κατάσταση, είτε ατομική είτε συλλογική13. Έχουμε δει πως ο Ελληνισμός, όπως όλα τα άμεσα ή έμμεσα διανοητικά δόγματα, θεμελιώνεται πάνω στο αξίωμα άνθρωπος-νοημοσύνη, παρά στο άνθρωπος-θέληση, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που έπρεπε να εμφανισθεί ως ανώφελος στα μάτια της πλειονότητας των Χριστιανών· αλλά μόνο «στην πλειονότητα» καθώς οι γνωστικοί Χριστιανοί δεν θα μπορούσαν να αποδώσου τέτοια κατηγορία στους Πυθαγορείους ή τους Πλατωνιστές· οι γνωστικοί δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς από το να αναγνωρίσουν την προτεραιότητα του Νου, και για αυτό το λόγο η ιδέα της θεϊκής απολύτρωσης σήμαινε για αυτούς κάτι πολύ διαφορετικό και πολύ πιο μακρύ από έναν μυστικισμό προερχόμενο από την ιστορία και ένα μυστηριακό δογματισμό. Είναι απαραίτητο να επαναλάβουμε για ακόμη μία φορά – ως και άλλοι είπαν πριν από εμάς και καλύτερα – ότι τα ιερά γεγονότα είναι αληθή διότι ανατρέχουν στο δικό τους επίπεδο στην φύση των πραγμάτων, και όχι το αντίστροφο: η φύση των πραγμάτων δεν είναι αληθινή ή κανονική επειδή αφυπνίζει ορισμένα ιερά γεγονότα. Οι αρχές, ουσιαστικά προσβάσιμες στην αγνή νοημοσύνη – εάν δεν ήταν τότε ο άνθρωπος δεν θα ήταν άνθρωπος, και είναι σχεδόν βλασφημία να αρνηθούμε πως η ανθρώπινη νοημοσύνη θεωρούμενη σε σχέση με την νοημοσύνη των ζώων, δεν έχει μία υπερφυσική πτυχή – οι καθολικές αρχές επιβεβαιώνουν τα ιερά δεδομένα, τα οποία με την σειρά τους αντανακλούν αυτές τις αρχές και αντλούν την εγκυρότητα τους από αυτές· δεν είναι η ιστορία αυτή, ό,τι κι αν περιλαμβάνει, που επιβεβαιώνει τις αρχές. Αυτή η σχέση εκφράζεται από τους Βουδιστές όταν λένε πως η πνευματική αλήθεια βρίσκεται υπεράνω του διαχωρισμού ανάμεσα στην αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα, και πως αντλεί τις αποδείξεις της από τα βάθη του ίδιου του Όντος, ή από το έμφυτο της Αλήθειας σε ό,τι υφίσταται.

Στην σοφιακή προοπτική η θεϊκή εξιλέωση είναι πάντοτε παρούσα· προ-υπάρχει πάσης γήινης αλχημείας και είναι το ουράνιο πρότυπο της, ώστε είναι πάντα χάρη σε αυτή την αιώνια απολύτρωση – όποιο και αν είναι το γήινο μέσο της – που ο άνθρωπος ελευθερώνεται από το βάρος των απότομων εναλλαγών του και ακόμα, Deo volente14, από αυτό της αυτόνομης ύπαρξης· εάν «οι λόγοι μου δεν θα παρέλθουν ποτέ» είναι διότι πάντα υπήρχαν. Ο Χριστός των γνωστικών είναι αυτός που είναι «προτού υπάρξει ο Αβραάμ» και που από τον οποίον όλες οι αρχαίες σοφίες αναδύονται· μία συνέπεια αυτού, μακράν του να απορρίπτει μία συμμετοχή στους θησαυρούς της ιστορικής Απολυτρώσεως, τους δίνει μία έκταση που αγγίζει τις ίδιες τις ρίζες της Ύπαρξης.

1 (Σ.τ.Μ) Εκ του μηδενός.

2 (Σ.τ.Μ) Εκ Θεού.

3 (Σ.τ.Μ) Δημιουργία εκ του μηδενός.

4 Δεν εννοεί την αίρεση των Γνωστικών αλλά εκείνους τους Χριστιανούς που είχαν φθάσει στην άμεση θέα του Θεού, και οι οποίοι μπορούσαν να αναγνωρίσουν την αξία του νου στην προσέγγιση του Θείου. Αυτοί πλέον δεν αρκούνταν στην πίστη, αλλά είχαν μία πραγματική γνώση του Θεού. (Σ.τ.Μ)

5 (Σ.τ.Μ) Εκ των προτέρων.

6 (Σ.τ.Μ) Απαραίτητη προϋπόθεση.

7 Προς Κορινθίους Α΄, 13:10.

8 Δηλαδή τους κοινούς ανθρώπους (Σ.τ.Μ).

9 Ο Λόγος, σύμφωνα με την Διηνεκή (Περεννιαλιστική) Φιλοσοφία είναι η υπόσταση και έκφραση του Θεού η οποία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με την ανθρώπινη ύπαρξη, και είναι η Αρχή πίσω από την σωτηρία που μπορεί κάποιος να επιτύχει σε κάθε αληθινή θρησκεία. Μόνον δια του Λόγου δύναται να σωθεί ο άνθρωπος και μόνο δια Αυτού μπορεί να φτάσει στον Θεό. Στον Χριστιανισμό ο Λόγος είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτελεί την εν χρόνω εκδήλωση του Λόγου ως ανθρώπινο Πρόσωπο. Σε άλλες θρησκείες ο Λόγος υφίσταται απροσώπως, όπως στο Ισλάμ όπου το Κοράνιο είναι η εν χρόνω έκφραση του Λόγου ή στον Ταοϊσμό, που και πάλι ο Λόγος εκδηλώνεται απρόσωπα ως «Αιώνιο Ταό». (Σ.τ.Μ)

10 Με τον Πυθαγόρα βρίσκεται κανείς ακόμα στην Άρεια Ανατολή· με τους Σωκράτη-Πλάτωνα δεν είναι πλέον ολοκληρωτικά σε αυτήν την Ανατολή – η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε Ανατολική ούτε Δυτική, καθώς ο διαχωρισμός αυτός δεν έχει νόημα στην αρχαϊκή Ευρώπη – αλλά ούτε είναι ολοκληρωτικά στη Δύση· ενώ με τον Αριστοτέλη η Ευρώπη αρχίζει να γίνεται ειδικά «Δυτική» στην σημερινή και πολιτισμική σημασία της λέξης. Η Ανατολή – ή μία συγκεκριμένη Ανατολή – αναγκάσθηκε να εισέλθει με τον Χριστιανισμό, αλλά η Αριστοτέλεια και Καισαρική Δύση τελικά επικράτησε, μόνο για να διαφύγει στο τέλος και από τον Αριστοτέλη και από τον Καίσαρα, αλλά μέσω καθοδικής πορείας. Είναι ευκαιρία να παρατηρήσουμε ότι όλες οι σύγχρονες θεολογικές απόπειρες να «ξεπερασθεί» η διδασκαλία του Αριστοτέλη μπορούν να ακολουθήσουν την ίδια καθοδική πορεία, εν όψει των ψευδών κινήτρων τους, είτε σιωπηρών είτε ρητών. Αυτό που πραγματικά επιδιώκεται είναι μία χαριτωμένη συνθηκολόγηση, μπρος στον εξελικτικό επιστημονισμό, μπρος στην μηχανή, μπρος ενός ακτιβιστικού και δημαγωγικού σοσιαλισμού, έναν καταστρεπτικό ψυχολογισμό, την αφηρημένη τέχνη και το σουρεαλισμό, κοντολογίς μπρος στον μοντερνισμό σε όλες τις μορφές του – τον μοντερνισμό ο οποίος είναι όλο και λιγότερο «ανθρωπισμός» αφού από ανθρωποποιεί, ή τον ατομικισμό που είναι όλο και πιο πολύ υπερατομικός. Οι σύγχρονοι, οι οποίοι δεν είναι ούτε Πυθαγόρειοι ούτε Βεδαντιστές, είναι σίγουρα οι τελευταίοι που έχουν δικαίωμα να παραπονούνται για τον Αριστοτέλη.

11 Στην ορολογία των αρχαίων κοσμολόγων, πρέπει να επιτρέψουμε μία συμβολική ερμηνεία: όταν ο Θαλής είδε στο «ύδωρ» την απαρχή όλων των πραγμάτων, έχουμε κάθε λόγο να πιστέψουμε πως είναι η Παγκόσμια Ουσία – η Πρακρίτι των Ινδουιστών – το ζήτημα κι όχι το αισθητό στοιχείο. Το ίδιο ισχύει με τον «αέρα» του Αναξιμένη της Μιλήτου ή του Διογένους του Απολλώνιου, ή με το «πυρ» του Ηρακλείτου.

12 Είναι όντως κατάχρηση της γλώσσας να χαρακτηρίζουμε ως «αόριστο» ό,τι βρίσκεται πέρα της φαινομενικής τάξης.

13 Με άλλα λόγια: αν μία πλευρά δεν μπορεί να αρνηθεί λογικά ότι υπάρχουν άνθρωποι που σώζουν εαυτούς δια της κολύμβησης, ούτε μπορεί η άλλη να αρνηθεί, περισσότερο, πως υπάρχουν άνθρωποι που σώζονται μόνο επειδή ένα ξύλο τους προτείνεται.

14 Με το θέλημα του Θεού (Σ.τ.Μ)

Σχετική εικόνα

Ο Φρίτγιοφ Σουόν υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα του 20ού αιώνος. Γεννήθηκε το 1907 στην Βασιλεία της Ελβετίας από Γερμανούς γονείς και από μικρός είχε έφεση προς κάθε τι πνευματικό και μεταφυσικό. Διάβαζε Πλάτωνα από δέκα ετών, και από τα πρώτα χρόνια του αφοσιώθηκε στην μελέτη της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της μεταφυσικής. Στο πατρικό του υπήρχαν πολλά πνευματικά αναγνώσματα, από Πλάτωνα και Μάιστερ Έκχαρτ μέχρι την Ινδική Μπάγκαβατ Γκιτά και το Ιερό Κοράνι, και δεν άφησε κάτι που να μην αναγνώσει από αυτά. Παρόλο που οι γονείς του είχαν Καθολικές ρίζες εκείνος στάλθηκε σε Ευαγγελικό σχολείο (Λουθηρανικό), αλλά αργότερα μεταστράφηκε στον Καθολικισμό. Το 1924, μέσω ενός φίλου του ήρθε σε επαφή με τα έργα του Γάλλου εσωτεριστή και φιλοσόφου Ρενέ Γκενόν τα οποία τον βοήθησαν να επιβεβαιώσει την απόρριψη, που ο ίδιος ενδόμυχα ένιωθε, για τον σύγχρονο κόσμο και τις αξίες του καθώς και μία βαθύτερη κατανόηση των μεταφυσικών αξιωμάτων στις μεγάλες παραδόσεις. Η αναζήτηση του για μία αυθεντική πνευματικότητα που θα του έδινε άμεση επαφή με τον Θεό τον οδήγησαν, στα 1932 να μεταστραφεί στο Ισλάμ και λίγο μετά, αρχές του 1933 να μυηθεί στο σουφικό τάγμα του Σέικ Άχμαντ αλ-Αλαουί στο Μοσταγκανέμ της Αλγερίας. Αργότερα, το 1936 χρίσθηκε ο ίδιος Σέικ (πνευματικός καθοδηγητής στο μυστικιστικό Ισλάμ) και ίδρυσε την δική του αδελφότητα, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου γνώρισε προσωπικά τον Γκενόν. Έπειτα μετακόμισε στην Γαλλία, όπου κατά τον πόλεμο υποχρεώθηκε να καταταχθεί στον Γαλλικό στρατό (καθώς στα χρόνια που είχε περάσει την νεότητά του στη Γαλλία είχε αποκτήσει και γαλλική υπηκοότητα), αλλά συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Γερμανούς σε μία περίπτωση· επειδή οι γονείς του ήταν και οι δύο γερμανικής (και αλσατικής από την μητέρα του) καταγωγής υπήρχε σημαντική πιθανότητα να ελευθερωθεί, όμως όταν οι Ναζί απείλησαν με υποχρεωτική ένταξη των Αλσατών στον Γερμανικό στρατό, ο Σουόν βρήκε ευκαιρία να αποδράσει στην Ελβετία, όπου λίγο μετά έβγαλε ελβετική υπηκοότητα, αφού κατάφερε να αποδείξει ότι είχε πρώτα γεννηθεί σε ελβετικό έδαφος. Εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα, όπου μετά τον πόλεμο παντρεύτηκε το 1949. Κατά την διάρκεια της διαβίωσής του στην Ελβετία, ταξίδεψε σε πολλά μέρη ανά τον κόσμο ώστε να γνωρίσει όσες περισσότερες πνευματικές παραδόσεις μπορούσε. Το 1948 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η Υπερβατική Ενότητα των θρησκειών» στο οποίο καθιστά σαφή την μεταφυσική οπτική πάνω στις μεγάλες θρησκείες του κόσμου: Όλες οι μεγάλες παραδόσεις αποτελούν μία εν χρόνω εκδήλωση (αποκάλυψη) της Αλήθειας, η οποία καθεαυτή είναι απολύτως απρόσιτη, υπερβατική και άγνωστη. Ο Θεός, για τον Σουόν, καθιστά γνωστό τον Εαυτό του στους ανθρώπους μέσω της Αποκάλυψης, αλλά η Αποκάλυψη δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη παράδοση, ενώ οι άλλες απορρίπτονται ως ψευδείς και άνευ αξίας. Αντιθέτως, η Θεία Πρόνοια προόρισε ώστε κάθε Αποκάλυψη να είναι προσιτή στον λαό και την νοοτροπία στην οποία απευθύνεται. Ακόμα και η αντικατάσταση μίας θρησκείας που έχει παρακμάσει και προσφέρει πλέον σωτηρία, από μία νέα η οποία είναι αυθεντική, είναι έργο του Θεού.

Να τονίσουμε εδώ ένα σημείο πολύ σημαντικό· παρόλο που ο Σουόν δεν ήταν αποκλειστικός ώστε να πιστεύει πως μόνο μία θρησκεία, και καμία άλλη, είναι η αληθινή, θεωρούσε την θρησκευτική αποκλειστικότητα ως παραχώρηση και δώρο του Θεού προς τους ανθρώπους και ως κάτι που έπρεπε να διατηρηθεί οπωσδήποτε. Η αίσθηση της αποκλειστικής αλήθειας δόθηκε από τον Θεό ώστε οι άνθρωποι που δεν μπορούν να εμβαθύνουν στις αλήθειες της παράδοσης, επειδή εκ φύσεως είναι αδύναμοι για κάτι τέτοιο, να μην ξεπέσουν σε θρησκευτικό σχετικισμό και συγκρητισμό που θα οδηγούσε στην εξαφάνιση της θρησκευτικής ποικιλομορφίας μέσω της δημιουργίας μιας πανθρησκείας. Και δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Τα δόγματα και η πίστη κάθε θρησκείας, αν και δεν είναι τα ίδια η Αλήθεια, εν τούτοις είναι μία επαρκής έκφραση της Αλήθειας, απολύτως ορθή στα δικά της πλαίσια, και έχουν θεία προέλευση, δεν είναι επινοήματα των ανθρώπων. Μία διαστρέβλωση του δόγματος προκειμένου να επιτευχθεί μία «προσέγγιση» με άλλες θρησκείες είναι εντελώς απορριπτέα και συνιστά αίρεση κατά τον Σουόν.

Ας τελειώσουμε όμως αυτό το σύντομο προλογικό σημείωμα, αφού άλλωστε δεν είναι εδώ πρόθεση μας να διατυπώσουμε όλες τις απόψεις του Σουόν επί του ζητήματος αυτού. Κατά τα 1980, ο Σουόν μετακόμισε από την Ελβετία στις ΗΠΑ, στο Μπλούμινγκτον της Ινδιάνα. Τα τελευταία του χρόνια τα αφιέρωσε στην ολοκλήρωση των γραπτών του πάνω στη μεταφυσική καθώς και στα τελευταία ποιήματά του, την καθοδήγηση της σουφικής κοινότητας που είχε δημιουργήσει καθώς και στο να συμβουλεύει διάφορους αναζητητές από διαφορετικές παραδόσεις που τον επισκέπτονταν να τον ρωτήσουν επί διαφόρων ζητημάτων που τους απασχολούσαν. Έφυγε εκ του κόσμου τούτου στις 5 Μαΐου 1998.