Κωνσταντίνος Καβάφης: Οι απάνθρωποι φίλοι των ζώων

Φαίνεται ότι το φαινόμενο φιλοζωίας ξεπερνά τα όρια και λησμονεί την ανθρώπινη φύση και ύπαρξη, ακόμα και του Θεού. Είναι κατανοητό ότι πολλοί άνθρωποι απογοητεύονται από τους άλλους ανθρώπους, αλλά το να υπερλατρέψουν τα ζώα ως υποκατάστατα της αγάπης υπάρχει παραφροσύνη που χαρακτηρίζει την κατάσταση αυτή. Στην εκπαίδευση των σκύλων το πρώτο που μαθαίνουμε είναι ότι ο σκύλος είναι ο τελευταίος στην ιεραρχία μέσα σε μια οικογένεια ανθρώπων. Όταν ο σκύλος αναδεικνύεται σε σύντροφο ανθρώπου υποκαθιστώντας τον άνθρωπο τότε υπάρχει παράνοια. Ο σκύλος, και κάθε ζώο, είναι απλά ένας καλός και πιστός φίλος που εξαρτάται από εμάς, αλλά άνθρωπος δεν είναι κι ούτε ποτέ θα γίνει. Έχουμε δει λοιπόν στις μέρες μας ότι οι άνθρωποι που υπεραγαπούν τα ζώα είναι ταυτοχρόνως μισάνθρωποι. Είναι όμως αυτό φαινόμενο της εποχής μας; Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο κείμενο που ακολουθεί μας πληροφορεί ότι δεν είναι. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Κωνσταντινούπολις» το 1886. 

Στοργή προς τα ζώα και στοργή προς τους ανθρώπους δεν συμπίπτουσι πάντοτε εν τοις αυτοίς ατόμοις.. το δε περιεργότερον είναι ότι πολλάκις συμβαίνει το εναντίον, ίσως διότι, ως λέγει ο Πλούταρχος, όταν η ψυχή του ανθρώπου είναι εκνή πάσης ευγενούς αγάπης, αναγκάζεται να επιδαψιλεύη τα τρυφερά αισθήματα αυτού επί αναξίων και μηδαμινών όντων.

Ο Γεώργιος Δυβάλ, ο συλλέξας πολλά ανέκδοτα περί της Γαλλικής Επαναστάσεως, διηγείται ότι εν εκ των κυριωτέρων χαρακτηριστικών των αιμοχαρών ηρώων αυτής ήτο η προς τα ζώα αγάπη. Ο Κούθων είχεν ιδιάζουσαν στοργήν δια μικρόν κύνα τον οποίον αείποτε εκράτει επί του στήθους αυτού, έτι και εντός αυτής της Βουλής. Ο Σωνέτ κατά τας ώρας της αναπαύσεώς του εφρόντιζεν ορνιθώνα. Ο σκληρόκαρδος Φουρνιέ έφερεν επί των ώμων αυτού μικρόν σκίουρον δεδεμένον υπό αργυράς αλύσου. Ο Πάνις έτρεφεν υπερβολικήν αφοσίωσιν δια δύο χρυσούς φασιανούς και ο φοβερός Μαρά, όστις ουδέ κατά μίαν ηλάττου τον αριθμόν των 300.000 κεφαλών ας εζήτει, διήγεν ολοκλήρους ώρας εν τη αθώα ασχολία του ανατρέφειν περιστεράς. Ο Βιλάδ, λέγει ο λόρδος Μακώλαι, διεσκέδαζε τον καιρόν αυτού εν τη εξορία, εις ην αγανακτούσα η Γαλλία τον έπεμψε, διδάσκων ψιττακούς να λαλώσιν.

Ο αιμοβόρος Σερζάντ ήτο φίλος των κυνών. Μίαν ημέραν κυρία τις ήλθε να επικαλεσθή την προστασίαν αυτού υπέρ συγγενούς φυλακισμένου εν Αββαίη. Δάκρυα και παρακλήσεις δεν υδυνήθησαν να μαλάξωσι την θηριώδη καρδίαν του Σερζάντ, όστις ουδέ καν απάντησιν κατεδέχθη να τη δώση. Η τάλαινα γυνή απελπισθείσα προετοιμάζετο να αναχωρήση ότε ακουσίως επάτησε τον πόδα μικρού κυνός κοιμωμένου πλησίον της θύρας. «Κυρία», εξεφώνησε παραφερόμενος υπό αγανακτήσεως ο Σερζάντ, «δεν έχετε λοιπόν ευσπλαχνίαν;»

Αι γαλαί ήσαν η αδυναμία του καρδιναλίου Ρισελιέ. Ο θάλαμός του ήτο πλήρης αυτών.. παίζων δε με τα ζώα ταύτα εδαπάνει ευφροσύνως ο τύραννος τας ώρας της αναπαύσεως. Η κυρία δε Ριέ αναφέρει το εξής παράδειγμα απανθρώπων και φιλοζώων – αν η λέξις μοι επιστρέπεται – αισθημάτων υπαρχόντων συνάμα εν τη καρδία γυναικός:

«Υπάρχουσι γυναίκες αίτινες έχουσι καρδίαν μόνον δια τα ζώα. Ο πίθηξ της μαρκησίας δε…εδάγκασε τον βραχίονα μιας των υπηρετριών αυτής τόσον σοβαρώς ώστε επί τινα χρόνον και η ζωή της δυστυχούς εκινδύνευσε. Αν και η πως άλλοτε, ο βραχίων της υπηρετρίας ουχ ήττον απεκόπη. Ολίγας ημέρας έπειτα η μαρκησία βλέπουσα ότι η υπηρέτρια δεν ηδύνατο να εκτελή τας αυτάς ως πριν υπηρεσίας την απέπεμψε μετά της αορίστου υποσχέσεως ότι ήθελε φροντίσει δι’ αυτήν. Ονειδιζομένη δε ποτε δια την απανθρωπίαν της πράξεώς της απήντησε, «Τί ηθέλατε να κάμω με την υπηρέτριαν εκείνην; Είχε μόνον ένα βραχίονα».

Περί των τοιούτων γυναικών ωμίλησε και ο Ιουβενάλης:
«Η πρώτη θέσις εν τη καρδία γυναικός ήτις ουδέ τον εραστήν, ουδέ τον σύζυγόν της αγαπά, κατέχεται πάντοτε υπό ζώου. Και την ζωήν αυτής ήθελε προθύμως θυσιάσει εάν δι’ αυτής ηδύνατο να σώση την ύπαρξιν του κυνός, της γαλής, ή του πτηνού αυτής».