Άγιος Γρηγόριος Νύσσης – Κατά τοκιζόντων

«Ἔκκλινον ἀπὸ τοῦ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθὸν» (Ψαλμ. 36, 27)

Τῶν φιλαρέτων ἀνθρώπων ποὺ προαιροῦνται νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο Λόγο (πρβλ. Ἰωάν. 1, 1) ὁ βίος τους ἔχει κανονισθεῖ μὲ νόμους ἀγαθοὺς καὶ προστάγματα, στὰ ὁποῖα φαίνεται καθαρὰ ἡ γνώμη τοῦ νομοθέτη, ποὺ ἀποτείνεται γενικῶς σὲ δύο σκοπούς: ὁ ἕνας μὲν ποὺ ἀπαγορεύει αὐτὰ ποὺ δὲν πρέπει νὰ γίνονται, ὁ ἄλλος δὲ ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἐνέργεια τῶν καλῶν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸ διαφορετικὰ νὰ κατορθωθεῖ βίος μὲ καλὴ πολιτεία καὶ φρόνιμος, παρὰ μόνον ἄν ἀποφύγει μὲ ὅλη του τὴν δύναμη τὴν κακία καὶ ἐπιδιώξει τὴν ἀρετή, ὅπως ὁ υἱὸς τὴν μητέρα του. Ἀφοῦ συναχθήκαμε λοιπὸν καὶ σήμερα γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ, ἀκούσαμε τὸν προφήτη νὰ φονεύει τὰ κακὰ παιδιὰ τῶν δανεισμάτων, τοὺς τόκους (Ἰεζ. 22, 12), καὶ νὰ ἐξαίρει στὴν ζωὴ τὴν χρήση τῶν χρημάτων γιὰ ἐργασία. Ἄς δεχθοῦμε προθύμως τὸ παράγγελμα, γιὰ νὰ μὴ γίνουμε ἡ πέτρα ἐκείνη στὴν ὁποία κατέπεσε ὁ σπόρος καὶ ἔμεινε ξηρὸς καὶ ἄγονος (Λουκ. 8, 13), οὔτε νὰ λεχθοῦν σ’ ἐμᾶς αὐτὰ ποὺ κάποτε ἐλέχθησαν στὸν ἀπείθαρχο Ἰσραὴλ: «Θὰ ἀκούσετε μὲ τὰ αὐτιά σας καὶ δὲν θὰ καταλάβετε, θὰ ἰδεῖτε μὲ τὰ μάτια σας καὶ δὲν θὰ ἰδεῖτε» (Ἡσ. 6, 9). Παρακαλῶ δὲ αὐτοὺς ποὺ θὰ μὲ ἀκούσουν νὰ μὴ μὲ κατακρίνουν καθόλου γιὰ θρασύτητα ἤ ἀνοησία· ἄν καὶ ἄνδρας ἐκλεκτὸς καὶ ὀνομαστὸς γιὰ τὴν φιλοσοφία του, ποὺ καὶ ἀσκήθηκε σὲ κάθε εἶδος παιδείας 1, καὶ ἔχοντας καλὴ φήμη σ’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεση καὶ μᾶς ἄφησε τὸν λόγο του κατὰ τῶν τοκιστῶν κτῆμα γιὰ τὴν ζωή, καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν ἴδια ἅμιλλα κατέβηκα, ἀφοῦ ἐχρησιμοποίησα ἅρμα ὄνων ἤ βοδιῶν δίπλα σὲ ἄλογα στεφανωμένα. Διότι ἐμφανίζονται πάντοτε τὰ μικρὰ κοντὰ στὰ μεγάλα: ἡ σελήνη, ποὺ λάμπει ὅταν φωτίζει ὁ ἥλιος· καὶ ὅταν τὸ μυριόφορτο2 πλοῖο πλέει καὶ σπρώχνεται μὲ τὴν σφοδρότητα τῶν ἀνέμων, ἐπακολουθεῖ ἡ μικρὴ βαρκούλα, ποὺ διαβαίνει τὰ ἴδια βάθη· καὶ ἐνῶ πάλιν ἀγωνίζονται οἱ ἄνδρες μὲ τοὺς ἀθλητικοὺς νόμους, μετέχουν στὸν ἀγῶνα στὸ ἴδιο μέρος καὶ τὰ παιδιά. Αὐτὴ λοιπὸν ἄς εἶναι ἡ αἴτηση τῆς συγγνώμης.

Τὰ ἔργα τοῦ τοκιστῆ

Σὺ ὅμως πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται ὁ λόγος, ὁποιοσδήποτε καὶ ἄν εἶσαι, μίσησε, τὸν τρόπο τὸν καπηλικό· σὰν ἄνθρωπος, ποὺ εἶσαι, ἀγάπησε τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι τὰ χρήματα.

Σταμάτησε τὴν ἁμαρτία μέχρις ἐδῶ. Νὰ εἰπεῖς στοὺς φιλτάτους σου τόκους τὸν λόγο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ: «’Γεννήματα ἐχιδνῶν, φύγετε μακριὰ ἀπὸ ἐμένα’ (Ματθ. 3, 7) Εἶσθε καταστροφή αὐτῶν ποὺ σᾶς ἔχουν καὶ σᾶς λαμβάνουν, τέρπετε γιὰ λίγο, ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἡ σκωρία σας γίνεται πικρὸ δηλητήριο στὴν ψυχή, φράζετε τὴν ὁδὸ τῆς ζωῆς, κλείετε τὶς θύρες τῆς οὐρανίου βασιλείας· ἀφοῦ τέρψετε γιὰ λίγο τὴν ὅραση καὶ χαϊδέψετε, γίνεσθε πρόξενοι τῆς αἰωνίου κολάσεως». Ἀφοῦ εἰπεῖς αὐτά, νὰ ἀποχωρισθεῖς τὴν πλεονεξία καὶ τοὺς τόκους, καὶ πήγαινε μὲ τὸ μέρος τῆς φιλοπτωχείας. «Καὶ αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ δανεισθεῖ ἀπὸ σένα νὰ μὴ τὸν περιφρονήσεις» (Ματθ. 5, 42). Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του σὲ ἱκετεύει καὶ κάθεται συνέχεια στὶς θύρες σου, εἶναι ἄπορος καὶ καταφεύγει στὸν πλοῦτο σου, γιὰ νὰ γίνεις τῆς ἀνάγκης του βοηθός. Σὺ ὅμως κάνεις τὸ ἀντίθετο, σὺ ὁ σύμμαχος γίνεσαι ἐχθρός, δηλαδὴ δὲν τὸν βοηθεῖς, ὥστε νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνάγκη ποὺ τὸν πιέζει, καὶ σὲ σένα νὰ ἐξοφλήσει τὸ δάνειο, ἀλλὰ διασπείρεις κακὰ σ’ αὐτὸν ποὺ βρίσκεται σὲ δυσχέρεια, γυμνώνοντας περισσότερο τὸν γυμνό, ξανατραυματίζεις τὸν τραυματισμένο, ἐπισυνάπτοντας φροντίδες στὶς φροντίδες, καὶ λύπες στὶς λύπες. Διότι αὐτὸς ποὺ δέχεται χρήματα μὲ τὸν τόκο τους λαμβάνει προκαταβολὴ γιὰ πενία, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς εὐεργεσίας βάζει τὴν καταστροφὴ στὴν οἰκία του. Ὅπως δηλαδή, ὅταν σ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει πυρετό, καὶ καίεται ἀπὸ τὴν ζέστη, καὶ διψᾶ ὑπερβολικά, καὶ μὲ ἀγωνία ζητεῖ νερό, ἐκεῖνος δῆθεν ἀπὸ φιλανθρωπία τοῦ δίνει κρασί, τότε ὁ πρῶτος εὐχαριστεῖ βεβαίως γιὰ λίγο ἐκεῖνον ποὺ σύρει τὸ ποτήρι, ὅμως ὅταν περάσει λίγη ὥρα δημιουργεῖ στὸν ἀσθενῆ σφοδρὸ καὶ δέκα φορὲς περισσότερο πυρετό· ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ δανείζει στὸν φτωχὸ χρήματα μὲ τόκο δὲν σταματᾶ τὴν ἀνάγκη, ἀλλὰ ἐπιτείνει τὴν συμφορά.

Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ τοκιστῆ. Τὸ ὡραιότερο κείμενο.

Μὴ ζήσεις λοιπὸν φιλάνθρωπο βίο μὲ τὸ πρόσχημα τῆς φιλανθρωπίας, οὔτε νὰ γίνεις ἰατρὸς δολοφόνος, ποὺ ἔχεις βέβαια ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου σου τὸ πρόσχημα τῆς σωτηρίας, ὅπως ἐκεῖνος ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιστήμης του, μεταχειριζόμενος μὲ τὴν προαίρεσή σου τὴν ἀπώλεια ἐκείνου ποὺ σὲ ἐμπιστεύθηκε. Εἶναι ἀργὸς καὶ πλεονεκτικὸς ὁ βίος ἐκείνου ποὺ τοκίζει· δὲν γνωρίζει τὸν κόπο τῆς γεωργίας, τὴν ἐπινοητικότητα τοῦ ἐμπορίου, καὶ κάθεται στὸ ἴδιο μέρος τρέφοντας θηρία στὸ σπίτι του. Ἄροτρο ἔχει τὴν πένα, χωράφι τὸ χαρτί, σπόρο τὸ μελάνι, βροχὴ τὸν χρόνο, ποὺ τοῦ αὐξάνει χωρὶς νὰ γίνεται ἀντιληπτὸ τὴν ἐπικαρπία τῶν χρημάτων, καὶ δρεπάνι του εἶναι ἡ ἀπαίτησή του. Ἁλώνι του εἶναι τὸ σπίτι, στὸ ὁποῖο λεπτύνει τὶς περιουσίες τῶν θλιβομένων· ὅλα τὰ βλέπει σὰν δικά του. Εὔχεται στοὺς ἀνθρώπους ἀνάγκες καὶ συμφορές, γιὰ νὰ πᾶνε ἀναγκαστικὰ σ’ αὐτόν. Μισεῖ αὐτοὺς ποὺ ἀρκοῦνται στὰ εἰσοδήματά τους, καὶ θεωρεῖ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν δανεισθεῖ ἐχθρούς. Κάθεται πολὺ χρόνο στὰ δικαστήρια, γιὰ νὰ βρεῖ αὐτὸν ποὺ πιέζουν οἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἀκολουθεῖ τοὺς εἰσπράκτορες τῶν φόρων ὅπως οἱ γύπες τὶς παρατάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ τοὺς πολέμους. Περιφέρει τὸ πορτοφόλι του, καὶ δεικνύει στοὺς πνιγομένους τὸ δόλωμα ποὺ θὰ τοὺς πιάσει, ὥστε ἐξ αἰτίας τῆς ἀνάγκης τους νὰ καταπιοῦν αὐτὸ μὲ τὸ στόμα ἀνοικτὸ μαζὶ μὲ τὸ ἀγκίστρι τῶν τόκων. Καθημερινῶς μετρᾶ τὸ κέρδος του καὶ δὲν χορταίνει ἡ ἐπιθυμία του. Στενοχωρεῖται μὲ τὸ χρυσάφι ποὺ ἔχει στὴν οἰκία του, διότι κείτεται ἀργὸ καὶ ἄπρακτο. Μιμεῖται τοὺς γεωργούς, ποὺ σπείρουν εὐθὺς ἀπὸ τοὺς σωροὺς τοῦ θερισμοῦ· ἔλαβε, ἔδωσε. Δὲν δίνει ἄνεση στὸν ταλαίπωρο χρυσό, ἀλλὰ τὸν μεταφέρει ἀπὸ χέρια σὲ χέρια. Βλέπεις λοιπὸν τὸν πλούσιο νὰ εἶναι μὲ πολὺ χρυσάφι, πολλὲς φορὲς χωρὶς νὰ ἔχει οὔτε ἕνα νόμισμα στὸ σπίτι του, ἀλλὰ οἱ ἐλπίδες του εἶναι στὰ χαρτιά, στὶς ὁμολογίες ἡ κατάσταση, χωρὶς νὰ ἔχει τίποτα καὶ ὅλα τὰ κατέχει, περιερχόμενος στὴν ζωὴ ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἀποστολικὸ γράμμα (Ματθ. 5, 42, Λουκ. 6, 30), δίδοντας τὰ πάντα σ’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ ζητοῦν ὄχι ἀπὸ φιλάνθρωπη διάθεση, ἀλλὰ ἀπὸ φιλάργυρο τρόπο. Διότι προτιμᾶ τὴν πρόσκαιρη στέρηση, γιὰ νὰ ἐπανέλθει σὰν δοῦλος κατάκοπος ὁ χρυσός, ἀφοῦ ἐργασθεῖ μὲ τοὺς μισθούς του. Βλέπεις πῶς ἡ ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος ἀδειάζει τὴν οἰκία, καὶ κάνει τὸν πολύχρυσο πρόσκαιρα ἀκτήμονα;

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος γρηγοριος νυσσης κατα τοκιζοντων

Στοὺς ὑλόφρονες εἶναι πιὸ ἀξιόπιστο τὸ χαρτὶ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο

Καὶ ποιά εἶναι ἡ αἰτία αὐτοῦ τοῦ πράγματος; Ἡ γραφὴ στὸ χαρτί, τὸ ὁμόλογο αὐτοῦ ποὺ βρέθηκε στὴν ἀνάγκη: «Θὰ τὰ δώσω μὲ τὴν ἐργασία, θὰ τὰ πληρώσω μαζὶ μὲ τόκο». Ἔπειτα, παρακαλῶ, ὁ μὲν χρεώστης, ἐνῶ εἶναι ἄπορος ἐξ αἰτίας τοῦ χαρτιοῦ, εἶναι ἀξιόπιστος, ὁ δὲ Θεός, ἐνῶ εἶναι πλούσιος καὶ ὑπόσχεται, δὲν γίνεται πιστευτός. «Δῶσε καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ τὸ ἐπιστρέψω» (Λουκ. 6, 38)· τὸ φωνάζει ἀφοῦ τὸ ἔγραψε στὰ Εὐαγγέλια, σὲ δημόσιο συμφωνητικὸ τῆς οἰκουμένης, τὸ ὁποῖον ἔγραψαν οἱ τέσσαρες Εὐαγγελιστές, ἀντὶ ἕνας συμβολαιογράφος, τοῦ ὁποίου (συμφωνητικοῦ) μάρτυρες εἴμαστε ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς σωτηρίας.

Ἰδιοκτήτης τῶν πάντων εἶναι ὁ Θεὸς

Ἔχεις ὑποθήκη τὸν Παράδεισο, ἐνέχυρο ἀξιόπιστο. Ἐὰν ὅμως καὶ ἐδῶ ζητεῖς, ὅλος ὁ κόσμος εἶναι κτῆμα τοῦ εὐγνώμονος χρεώστη σου. Ἐξέτασε μὲ σοφία τὴν εὐπορία ἐκείνου ποὺ ζητεῖ τὴν ἐργασία, καὶ θὰ βρεῖς τὸν πλοῦτο. Κάθε χώρα χρυσοφόρος εἶναι κτῆμα τοῦ χρεώστη σου, κάθε μέταλλο -ἀσήμι καὶ χαλκὸς καὶ τὰ ἄλλα ὑλικὰ- εἶναι μέρος τῆς κυριαρχίας ἐκείνου. Ἀτένισε τὸν μεγάλο οὐρανό, μελέτησε τὴν ἄπειρη θάλασσα, ἐρεύνησε τὸ πλάτος τῆς γῆς, μέτρησε τὰ ζῶα ποὺ τρέφονται ἐπάνω της. Τὰ πάντα εἶναι δοῦλοι καὶ κτήματα ἐκείνου ποὺ σὺ καταφρονεῖς ὡς ἄπορο. Βάλε μυαλό, ἄνθρωπε, νὰ μὴ καθυβρίζεις τὸν Θεό, οὔτε νὰ τὸν θεωρεῖς ἀτιμώτερο ἀπὸ τοὺς τραπεζίτες, πού, ὅταν σοῦ ἐγγυηθοῦν, χωρὶς ἀμφιβολία τοὺς πιστεύεις. Δῶσε σὲ ἐγγυητὴ ποὺ δὲν πεθαίνει, πίστευσε σὲ ἕνα συμφωνητικὸ ποὺ δὲν κλέβεται, οὔτε σχίζεται.

Νὰ μὴ ἐρωτήσεις τὶ ἐργασία κάνει, ἀλλὰ δῶσε τὴν εὐεργεσία χωρὶς δόλο (Παροιμ. 19, 17), καὶ θὰ ἰδεῖς τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ἀποδίδει τὴν χάρη μὲ προσθήκη.

Ὁ Θεὸς χαρίζει πολλαπλασίως τὰ ἀγαθά του στοὺς πιστοὺς

Ἄν ὅμως ὁ λόγος ξενίζει τὴν ἀκοή σου ὡς παράδοξος, ἔχω πρόχειρη τὴν μαρτυρία ὅτι ὁ Θεὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ εὐσεβῶς δαπανοῦν καὶ εὐεργετοῦν ἀποδίδει τὴν ἀμοιβὴ πολλαπλασίως. Διότι ὅταν ὁ Πέτρος τὸν ἐρώτησε καὶ τοῦ εἶπε: «ἰδοὺ ἐμεῖς ἀφήσαμε τὰ πάντα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε· τί ἄραγε νὰ δοθεῖ γιὰ μᾶς ὡς ἀμοιβή;», «Ἀλήθεια σᾶς λέγω», τοῦ λέγει, «ὁ καθένας ποὺ ἄφησε οἰκίες ἤ ἀδελφοὺς ἤ ἀδελφὲς ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, θὰ λάβει ἑκατὸ φορὲς περισσότερα, καὶ αἰώνιο ζωὴ θὰ κληρονομήσει» (Ματθ. 19, 27 καὶ 29). Βλέπεις τὴν γενναιοδωρία; Βλέπεις τὴν ἀγαθότητα; Ὁ ὑπερβολικὰ ἀναίσχυντος δανειστὴς κουράζεται, γιὰ νὰ διπλασιάσει τὸ κεφάλαιό του, ὁ Θεὸς ὅμως ἑκουσίως δίδει τὸ ἑκατονταπλάσιο σ’ αὐτὸν ποὺ δὲν στενοχωρεῖ τὸν ἀδελφό του. Πίστευσε λοιπὸν στὸν Θεό, ποὺ σὲ συμβουλεύει, καὶ θὰ λάβεις τόκους ὄχι ἁμαρτωλούς. Γιατὶ μὲ ἁμαρτωλὲς μέριμνες λειώνεις τὸν ἑαυτόν σου μετρώντας τὶς ἡμέρες, τοὺς μῆνες ἀριθμώντας τὸ κεφάλαιο σκεπτόμενος, ὀνειροπολώντας τὶς αὐξήσεις, φοβούμενος τὴν προθεσμία, μήπως ἔλθει ἄκαρπη, ὅπως τὸ θέρος χτυπημένο ἀπὸ το χαλάζι;

Τὸ ἄγχος καὶ ἡ ἀγωνία τοῦ τοκιστῆ

Παρατηρεῖ μὲ προσοχὴ ὁ δανειστὴς τοῦ χρεώστη τὶς πράξεις, τὶς ἀπουσίες, τὶς κινήσεις, τὰ ταξίδια, τὶς ἐμπορίες. Καὶ ἄν ἔλθει κάποια δυσάρεστη εἴδηση, ὅτι ὁ δεῖνα ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν, ἤ ἀπὸ κάποια περίσταση ἡ εὐπορία του ἔγινε φτώχεια, κάθεται μὲ δεμένα τὰ χέρια, στενάζει συνεχῶς, συχνὰ κρυφοκλαίει, ξεδιπλώνει τὸ χρεωστικό, θρηνεῖ τὸν χρυσὸ μέσα στὰ γράμματα, βγάζοντας τὸ συμβόλαιο σὰν τὸ ροῦχο τοῦ παιδιοῦ του ποὺ ἐπέθανε· καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς ὁ πόνος γίνεται ἐντονότερος. Κι ἄν τὸ δάνειο εἶναι ναυτικό, κάθεται στοὺς αἰγιαλούς, ἐνδιαφέρεται γιὰ τὶς κινήσεις τῶν ἀνέμων, συνεχῶς ἐρωτᾶ ἐκείνους ποὺ φθάνουν μήπως ἀκούσθηκε κάπου γιὰ ναυάγιο, μήπως κάπου πλέοντας ἐκινδύνευσαν. Θλίβεται ἡ ψυχή του ὅταν ἰδεῖ τὴν θάλασσα νὰ ἀγριεύει, βλέπει ὄνειρα, βλέπει φαντάσματα ἡ ψυχή του ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τῆς καθημερινῆς φροντίδος. Πρὸς αὐτὸν λοιπὸν πρέπει νὰ ποῦμε: «Σταμάτησε, ἄνθρωπε, ἀπὸ τὴν ἐπικίνδυνη μέριμνα, σταμάτησε ἀπὸ τὴν προσδοκία ποὺ σὲ λειώνει, μὴ καταστρέψεις τὸ κεφάλαιο ἐπιζητῶντας τόκους γιὰ τὸν ἑαυτόν σου. Ζητεῖς ἀπὸ τὸν φτωχὸ εἰσοδήματα καὶ αὐξήσεις τοῦ πλούτου σου κάνοντας κάτι παρόμοιο ὅπως ἐὰν ἤθελε κανεὶς ἀπὸ χωράφι ποὺ ἀπὸ τὴν ξηρασία καὶ τὸν καύσωνα ἐξεράθηκε νὰ πάρει θημωνιὲς σιταριοῦ, ἤ πλῆθος σταφυλιῶν ἀπὸ ἀμπέλι μετὰ τὴν χαλαζόπτωση, ἤ νὰ γεννηθοῦν παιδιὰ ἀπὸ στεῖρα κοιλιά, ἤ γάλα ἀπὸ γυναῖκες ποὺ δὲν ἐγέννησαν». Κα-νεὶς δὲν ἐπιχειρεῖ τὰ παρὰ φύσιν καὶ ἀδύνατα, διότι μὲ τὸ νὰ μὴν κατορθώνει τίποτε γίνεται καὶ καταγέλαστος.

Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ στὸν Θεὸ

Μόνος παντοδύναμος εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὰ ἀδύνατα εὑρίσκει τὶς διεξόδους καὶ δημιουργεῖ αὐτὰ ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν ἐλπίδα καὶ προσδοκία, τώρα μὲν διατάσσοντας ἡ πέτρα νὰ βγάλει νερό, ἔπειτα δὲ βρέχοντας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἄρτο ἀσυνήθιστο καὶ παράδοξο, καὶ πάλιν γλυκαίνοντας τὸ πικρὸ νερὸ τῆς Μερρὰν μὲ τὴν ἐπαφὴ τοῦ ξύλου (Ἐξόδ. 17, 16· 16, 15· 15, 25), καὶ πάλιν κάνοντας γόνιμη τὴν κοιλιὰ τῆς Ἐλισάβετ (Λουκ. 1, 5-25), καὶ δίνοντας τὸν Σαμουήλ στὴν Ἄννα, καὶ στὴν Μαρία τὸν πρωτότοκο3 «ἐν παρθενίᾳ» (Λουκ. 1, 26-38 καὶ 2, 7). Αὐτὰ εἶναι ἔργα μόνον τοῦ παντοδύναμου χεριοῦ.

Ἐσὺ ὅμως ἀπὸ τὸν χαλκὸ καὶ τὸν χρυσό, ποὺ εἶναι ἄγονες ὕλες, νὰ μὴ ζητεῖς τόκο, μήτε νὰ ἐκβιάζεις τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ συμπεριφέρεσαι ὅπως οἱ πλούσιοι, μήτε νὰ δίνεις παραπάνω σ’ αὐτὸν ποὺ ζητεῖ τὸ δάνειο. Ἤ, λοιπόν, δὲν γνωρίζεις ὅτι ἡ ἀνάγκη δανείου εἶναι εὐπρόσωπη αἴτηση ἐλεημοσύνης; Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ (Μωσαϊκός) νόμος, δηλαδὴ τὸ εἰσαγωγικὸ γράμμα τῆς πίστεως, παντοῦ ἀπαγορεύει τὸν τόκο: «ἐὰν δανείσεις χρήματα στὸν ἀδελφό σου, δὲν θὰ εἶσαι καταπιεστικός» (Ἐξόδ. 22, 24). Καὶ ἡ χάρη τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ πλεονάζει τὴν πηγὴ τῆς ἀγαθότητας, νομοθετεῖ τὴν διαγραφὴ τῶν ὀφειλῶν· ἐδῶ γίνεται ἐλεήμων καὶ λέγει: «καὶ ἄν δανείζετε σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐλπίζετε νὰ πάρετε πίσω τὰ δανεισθέντα» (Λουκ, 6, 34)· καὶ ἀλλοῦ στὴν παραβολὴ τιμωρῶντας πικρὰ τὸν σκληρὸ δοῦλο, ὁ ὁποῖος δὲν ἐλυπήθηκε οὔτε τὸν σύνδουλό του, ποὺ τὸν προσκύνησε, οὔτε τοῦ ἐχάρισε τὸ μηδαμινὸ χρέος τῶν ἑκατὸ δηναρίων, αὐτὸς ὅμως ἔλαβε τὴν συγχώρηση γιὰ τὰ μύρια τάλαντα (Ματθ. 18, 23-35). Ὁ δὲ Σωτήρας μας καὶ ὁ διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας καὶ προσευχῆς, τύπο ἁπλὸ εἰσηγούμενος στοὺς μαθητές του, ἕνα καὶ μοναδικὸ ἔβαλε στὰ λόγια τῆς ἱκεσίας, τοῦτο δὲ μάλιστα πρέπει καὶ εἶναι ἀρκετὸ πρῶτα νὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεό: «καὶ ἄφησέ μας τὶς ὀφειλές μας, καθὼς καὶ ἐμεῖς ἀφήσαμε στοὺς ὀφειλέτες μας» (Ματθ. 6, 12).

Πῶς λοιπὸν θὰ προσευχηθεῖς σύ, ὁ τοκογλύφος; Μὲ ποιά συνείδηση θὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀγαθὸ αἴτημα σύ, ποὺ πάντοτε παίρνεις καὶ δὲν ἔμαθες νὰ δίνεις; Ἤ δὲν γνωρίζεις ὅτι ἡ προσευχή σου εἶναι ὑπόμνηση τῆς μισανθρωπίας σου; Τὶ πρᾶγμα ἐσυγχώρησες καὶ ζητεῖς συγγνώμη;

Ἐλεημοσύνη δὲν θεωρεῖται αὐτὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς συμφορὲς τῶν ἀδικουμένων

Ποιόν ἐλέησες, καὶ καλεῖς τὸν ἐλεήμονα; Κι ἄν ὅμως κάποτε δώσεις ἐλεημοσύνη, ἀπὸ ποῦ τὴν δίνεις; Δὲν τὴν δίνεις ἀπὸ τὴν πικρή σου καὶ μισάνθρωπο φορολογία; Δὲν εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τοὺς στεναγμοὺς τῶν ξένων συμφορῶν; Ἐὰν ἐγνώριζε ὁ πτωχὸς ἀπὸ ποῦ τοῦ δίνεις τὴν ἐλεημοσύνη, δὲν θὰ ἐδέχετο, διότι θὰ ἦτο σὰν νὰ ἐπρόκειτο νὰ γευθεῖ σάρκες ἀδελφικὲς καὶ αἷμα τῶν δικῶν του, καὶ θὰ σοῦ ἔλεγε ἕνα λόγο γεμάτο ἀπὸ συνετὴ παρρησία: «Μὴ μὲ θρέψεις, ἄνθρωπε, ἀπὸ ἀδελφικὰ δάκρυα, μὴ δώσεις ἄρτο στὸν πτωχὸ ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸν στεναγμὸ τῶν συμπτώχων μου. Νὰ τὸ ἐπιστρέψεις πρὸς τὸν ὅμοιό μου αὐτὸ ποὺ ἄδικα ἐπῆρες, καὶ ἐγὼ θὰ ὁμολογήσω τὴν χάρη». Τί ὠφελεῖς ὅταν κάνεις πολλοὺς πτωχούς, καὶ ἱκανοποιεῖς ἕναν;

«Ἐὰν δὲν κατῆρχε τὸ πλῆθος τῶν τοκιστῶν, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν πεινασμένων». Τὸ ὡραιότερο κείμενο.

Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν τοκιστῶν, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν πεινασμένων. Διάλυσε τὴν συμμορία σου, καὶ ὅλοι θὰ ἀποκτήσουμε τὴν αὐτάρκεια. Ὅλοι κατηγοροῦν τοὺς τοκιστές, καὶ δὲν θεραπεύεται τὸ κακὸ ἀπὸ τὸν νόμο, τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς Εὐαγγελιστές. Ὅπως λοιπὸν λέγει ὁ θεσπέσιος Ἀμώς: «ἀκούσατε, σεῖς ποὺ συντρίβετε τὸ πρωΐ τὸν πτωχὸ καὶ καταδυναστεύετε τοὺς πτωχοὺς ἐπάνω στὴ γῆ, ἐσεῖς ποὺ λέγετε πότε θὰ περάσει ὁ μῆνας, καὶ νὰ κάνουμε νέα συναλλαγή» (Ἀμὼς 8, 4 ἑξ). Διότι οὔτε οἱ πατέρες τόσον χαίρονται ὅταν γεννῶνται τὰ παιδιά τους, ὅσον χαίρονται οἱ τοκιστὲς ὅταν συμπληρώνονται οἱ μῆνες.

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος γρηγοριος νυσσης κατα τοκιζοντων

Εἰρωνεία τοῦ ἁγίου κατὰ τῶν τοκιστῶν

Καλοῦν δὲ τὴν ἁμαρτία μὲ σεμνὰ ὀνόματα, ὡς φιλάνθρωπο, θηρεύοντας τὸ ἄδικο κέρδος γιὰ τὸν ἑαυτόν τους, κατὰ μίμηση τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ἀποκαλοῦν μερικὲς δαίμονες ποὺ εἶναι μισάνθρωπες καὶ φονικές, ἀντὶ τῆς ἀληθινῆς ὀνομασίας, Εὐμενίδες. Εἶναι φιλάνθρωπος βέβαια! Διότι ἡ καταβολὴ τοῦ τόκου δὲν καταστρέφει οἰκίες, δαπανώντας τὰ πλούτη, κάνοντας τοὺς εὐπόρους νὰ ζοῦν χειρότερα ἀπὸ τοὺς δούλους, ποὺ τέρπει γιὰ λίγο στὴν ἀρχή, ὁδηγώντας τὴν κατοπινὴ ζωὴ σὲ πικρία!…

Πῶς παρομοιάζεται ἡ ἀπάτη τῶν τοκογλύφων

Ὅπως δηλαδὴ τὰ πτηνὰ ποὺ θέλουν νὰ πιάσουν οἱ κυνηγοὶ χαίρονται ὅταν τοὺς ρίπτουν σπόρους, καὶ τοὺς ἀρέσει καὶ συνηθίζουν νὰ πηγαίνουν σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη ποὺ ἄφθονη γι’ αὐτὰ εἶναι ἡ τροφή, ὕστερα δὲ ἀπὸ λίγο, ἀφοῦ πιασθοῦν μὲ τὶς παγίδες, πεθαίνουν· ἔτσι καὶ αὐτοὶ ποὺ παίρνουν δάνεια μὲ τόκους, ἀφοῦ εὐπορήσουν γιὰ λίγο χρόνο, ὕστερα χάνουν καὶ αὐτὸ τὸ πατρικό τους σπίτι. Καὶ ἡ εὐσπλαχνία ἐντοπίζεται ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν μιαρῶν καὶ φιλαργύρων, καὶ βλέποντας τὴν ἰδία οἰκία τοῦ ὀφειλέτη τους νὰ ἐκτίθεται πρὸς πώληση δὲν συγκινοῦνται, ἀλλὰ βιάζουν περισσότερο τὴν πώληση, ὥστε ἀφοῦ λάβουν τὸ ταχύτερο τὰ χρήματά τους, ἄλλον ταλαίπωρο νὰ δεσμεύσουν μὲ τὸν δανεισμό τους, ὅπως μὲ τοὺς σπουδαίους καὶ ἄπληστους κυνηγούς, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ κυκλώσουν μὲ τὰ δίκτυα τους μιὰ κοιλάδα, καὶ ἀφοῦ συλλάβουν ὅλα τὰ ζῶα ποὺ ζοῦν ἐκεῖ, μεταφέρουν τοὺς πασσάλους στὸ γειτονικὸ φαράγγι, καὶ ἀπ’ αὐτὸ σὲ ἄλλο, καὶ μέχρι τόσο, ἕως ὅτου τὰ ὄρη κενωθοῦν ἀπὸ τὰ θηράματα. Μὲ ποιούς λοιπὸν ὀφθαλμοὺς σύ, ὁ τέτοιος ἄνθρωπος (παλιάνθρωπος), κοιτάζεις στὸν οὐρανό; Καὶ πῶς ζητεῖς ἄφεση ἁμαρτίας; Ἤ ἴσως ἀπὸ ἀναισθησία καὶ τοῦτο λέγεις προσευχόμενος, αὐτὸ ποὺ ἐδίδαξε ὁ Σωτῆρας, «συγχώρησέ μας τὰ ὀφειλήματά μας, καθὼς καὶ ἡμεῖς ἐσυγχωρήσαμεν τοὺς ὀφειλέτες μας» (Ματθ. 6, 12);

Ποῦ καταλήγουν τὰ θύματα τῶν τοκογλύφων

Ὤ, πόσοι ἐξ αἰτίας τοῦ τόκου ἐκρεμάσθησαν καὶ ἐπνίγησαν στὰ ποτάμια καὶ ἔκριναν τὸν θάνατο ἐλαφρότερο ἀπὸ τὸν δανειστή, καὶ ἄφησαν παιδιὰ ὀρφανὰ μὲ κακὴ μητρυιὰ τὴν πενία!

Καὶ οἱ καλοὶ τοκογλύφοι οὔτε τότε λυποῦνται τὸ ἔρημο τὸ σπίτι, ἀλλὰ σύρουν στοὺς κληρονόμους τὸ σχοινὶ τῆς θηλιᾶς, καὶ ἀπαιτοῦν χρήματα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἀπὸ τοὺς ἐράνους.

Οἱ τοκογλύφοι μεταθέτουν τὴν εὐθύνη τους στὴν εἱμαρμένη

Καὶ ὅταν ὑβρίζονται, ὅπως εἶναι φυσικό, γιὰ τὸν θάνατο τοῦ χρεώστη τους καὶ κάποιοι γιὰ νὰ τοὺς λυγίσουν ὑπενθυμίζουν τὴν θηλιά, οὔτε κρύβονται ἀπὸ ἐντροπὴ γιὰ τὸ δρᾶμα, οὔτε συγκινοῦνται στὴν ψυχή, καὶ ἀπὸ σκληρὴ διάθεση λέγουν λόγια ἀναιδῆ: Καὶ εἶναι τοῦτο τὸ ἀδίκημα τῶν ἰδικῶν μας ἠθῶν, ἐὰν ὁ κακότυχος καὶ ἀχάριστος ἐκεῖνος, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἔχει μιὰ ἀνάποδη γέννηση κάτω ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς εἱμαρμένης (μοίρας) ὁδηγήθηκε σὲ βίαιο θάνατο; Ἀλήθεια φιλοσοφοῦν καὶ οἱ τοκογλύφοι, καὶ γίνονται μαθητὲς τῶν μάγων Αἰγυπτίων ὅταν βρεθοῦν στὴν ἀνάγκη νὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ τὶς βρώμικες πράξεις τους καὶ τοὺς φόνους.

Αὐτὰ δὲν τὰ δέχεται ὁ ἅγιος πατήρ, ἀλλὰ ἀπαντᾶ στὴν διαστροφική τους διάνοια

Πρέπει λοιπὸν νὰ ποῦμε σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτοὺς: «Σὺ εἶσαι ἡ ἀνάποδη γέννηση, σὺ εἶσαι ἡ κακὴ ἀνάγκη τῶν ἀστέρων, διότι ἐὰν τοῦ εἶχες ἀνακουφίσει τὴν φροντίδα καὶ τοῦ εἶχες ἀφήσει ἕνα μέρος τοῦ χρέους του, ἕνα μέρος παίρνοντας μὲ ἄνεση, δὲν θὰ ἐμισοῦσε τὴν βασανισμένη ζωή, οὔτε θὰ ἐγένετο δήμιος τοῦ ἑαυτοῦ του». Ἄραγε μὲ ποιὰ ματιά στὸν καιρὸ τῆς ἀναστάσεως θὰ ἰδεῖς αὐτὸν ποὺ ἐσκότωσες; Διότι καὶ οἱ δύο θὰ ἔλθετε ἐμπρὸς στὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπου δὲν ψηφίζονται οἱ τόκοι, ἀλλὰ οἱ βίοι κρίνονται.

Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουν οἱ τοκογλύφοι τὸν Κύριο;

Καὶ τί θὰ ἀπαντήσεις ὅταν θὰ κατηγορεῖσαι στὸν ἀδέκαστο κριτή, ὅταν σοῦ λέγει: «Εἶχες τὸν νόμο, τοὺς προφῆτες, τὰ εὐαγγελικὰ παραγγέλματα. Ἄκουες ὅλα μαζὶ νὰ φωνάζουν μὲ μιὰ φωνὴ γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν φιλανθρωπία». Οἱ μὲν ἔλεγαν «δὲν θὰ δανείσεις μὲ τόκο τὸν ἀδελφό σου» (Δευτ. 23, 20), οἱ δὲ ἄλλοι «δὲν ἔδωσε τὰ χρήματά του μὲ τόκον» (Ψαλμ. 14, 5), οἱ ἄλλοι «ἐὰν δανείσεις τὸν ἀδελφό σου, δὲν θὰ εἶσαι καταπιεστικὸς» (Ἐξοδ. 22, 25). Καὶ ὁ Ματθαῖος μὲ παραβολὲς ἔλεγε δυνατὰ ἀπαγγέλλοντας τὸν δεσποτικὸ λόγο: «’Δοῦλε πονηρέ, ὅλη τὴν ὀφειλὴ ἐκείνη σοῦ τὴν ἐχάρισα, ἐπειδὴ μὲ παρακάλεσες· δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ ἐλεήσεις τὸν σύνδουλό σου, ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ ἐλέησα᾿ Καὶ ἀφοῦ ὀργίσθηκε ὁ κύριος, τὸν παρέδωσε στοὺς βασανιστές, ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὅλη τὴν ὀφειλή του» (Ματθ. 18, 32-34). Τότε θὰ σὲ καταλάβει ἡ ἀνώφελη μεταμέλεια4 καὶ βαρὺς στεναγμὸς καὶ κόλαση ἀνηλεής. Καθόλου δὲν θὰ σὲ βοηθήσει τὸ χρυσάφι, οὔτε τὸ ἀσήμι θὰ σὲ προστατεύσει, καὶ ἡ εἴσπραξη τῶν τόκων εἶναι πικρότερη ἀπὸ τὴν χολή. Αὐτὰ δὲν εἶναι λόγια ποὺ φοβίζουν, ἀλλὰ πράγματα ἀληθινά, ποὺ διαβεβαιώνουν τὸ δικαστήριο προτοῦ τὸ δοκιμάσουμε, καὶ εἶναι καλὸ νὰ διαφυλάξει ὁ φρόνιμος καὶ ὅποιος προνοεῖ γιὰ τὸ μέλλον.

Καὶ γιὰ νὰ ωφελήσω κάτι τοὺς ἀκροατές μου μεταξὺ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ σᾶς διηγηθῶ κάτι ποὺ συνέβη στὰ δικά μας χρόνια, ἀκούσατε τὸν λόγο, καὶ ἴσως πολλοὶ τὴν ὑπόθεση ὡς γνωστὴ θὰ τὴν καταλάβετε.

Τὸ πάθημα ἑνὸς τοκογλύφου

Ἦταν κάποιος ἄνδρας σ’ αὐτὴ τὴν πόλη (δὲν θὰ πῶ τὸ ὄνομά του, ἐπιφυλασσόμενος, γιὰ νὰ μὴ γελοιοποιήσω ὀνομαστικῶς τὸν νεκρό), ποὺ εἶχε τέχνη τὰ δανείσματα καὶ τὸ εἰσόδημα ἀπὸ τοὺς μιαροὺς τόκους. Ἐπειδὴ εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, ἦταν τσιγκούνης καὶ γιὰ τὶς δικές του ἀνάγκες (διότι τέτοιοι εἶναι οἱ φιλάργυροι), δὲν παρέθετε τραπέζι ἀπαραίτητο, ἕνα ροῦχο συνέχεια, χωρὶς νὰ ἀλλάζει ροῦχα (σπανίως) ἤ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη του, χωρὶς νὰ παρέχει στὰ παιδιά του τὴν ἀναγκαία διατροφή· τὸ λουτρὸ δὲν τὸ ἐπεσκέπτετο, ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ εἰσιτηρίου καὶ τῶν τριῶν ὀβολῶν, καὶ ἐπινοοῦσε κάθε τρόπο ἀπὸ ποῦ νὰ πληθύνει τὸ ποσό τῶν χρημάτων· οὔτε ὅμως ἐνόμιζε κανέναν ἀξιόπιστον φύλακα τοῦ ταμείου του, οὔτε τὸ τέκνο του, οὔτε τὸν δοῦλο του, οὔτε τὸν τραπεζίτη, οὔτε τὸ κλειδί, οὔτε καὶ τὴν σφραγίδα, καὶ τὸ χρυσάφι τὸ ἔβαζε στὶς τρύπες τῶν τοίχων, καὶ ἐπαλείφοντας αὐτὰ ἀπέξω μὲ τὸν πηλὸ εἶχε τὸν θησαυρό του ἄγνωστο σὲ ὅλους, ἀλλάζοντας τόπους ἀπὸ τόπους καὶ τοίχους ἀπὸ τοίχους, καὶ ἐσοφιζόταν μὲ μεγάλη ἐπινοητικότητα νὰ διαφεύγει τὴν προσοχὴ ὅλων. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ ξαφνικά, χωρὶς νὰ ἀποκαλύψει σὲ κανέναν ποῦ ὁ χρυσὸς εἶχε ταφεῖ. Ἐτάφη λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος, κερδίζοντας μόνον τὴν ἀπόκρυψη τοῦ χρυσοῦ, τὰ δὲ παιδιά του μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ εἶναι οἱ λαμπρότεροι στὴν πόλη ἀπὸ πλοῦτο, ἐρευνοῦσαν παντοῦ, ἐρωτοῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀνέκριναν τοὺς δούλους, ἔσκαβαν τὰ ἐδάφη τῶν οἰκιῶν, τοὺς τοίχους ἐτρυποῦσαν, τὰ σπίτια τῶν γειτόνων καὶ τῶν γνωρίμων ἐξέταζαν μὲ λεπτομέρεια, καὶ ἀφοῦ κάθε λίθο, ὅπως λέγει ὁ λόγος, ἐκίνησαν, δὲν εὑρῆκαν οὔτε ὀβολό, ἀκόμη δὲ διάγουν ζωὴ χωρὶς οἰκογένεια, ἀνέστιοι, φτωχοί, δίνοντας πολλὲς κατάρες καθημερινῶς στὴν ἀνοησία τοῦ πατέρα.

Ὁ μὲν λοιπὸν φίλος σας καὶ σύντροφος, τοκιστές, τέτοιος εἶναι. Ἀφοῦ κατέστρεψε τὴν ζωή του ἐπάξια μὲ τὸν τρόπο του ὡς ἀνεμοσκορπιστὴς χρηματιστής, ἐμόχθησε μὲ πόνους καὶ μὲ πεῖνα, καὶ ἐμάζευε κληρονομία γιὰ τὸν ἑαυτὸν μὲν τὴν αἰώνια κόλαση, γιὰ τοὺς δικούς του δὲ τὴν φτώχεια. Καὶ ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε γιὰ ποιόν συναθροίζετε ἤ μοχθεῖτε· πολλὲς οἱ περιστάσεις, οἱ συκοφάντες πάμπολλοι, οἱ κακοποιοὶ ἐνεδρεύουν, καὶ ληστὲς ἐνοχλοῦν γῆ καὶ θάλασσα. Προσέχετε, μήπως καὶ τὶς ἁμαρτίες κερδίσετε, καὶ τὸν χρυσὸ δὲν κρατήσετε.

Ἡ σκληρότητα καὶ ἡ ἀμετανοησία τῶν τοκογλύφων

«Ἐνοχλητικὸς μᾶς εἶναι αὐτὸς», λέγουν (γιατὶ γνωρίζω τοὺς γογγυσμοὺς μέσα στὰ δόντια σας), «καὶ συνεχῶς ὑποστηρίζοντας αὐτὰ ἀπὸ βῆμα κάνει κακὸ σ’ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται καὶ ἔχουν ἀνάγκη. Ἰδοὺ λοιπὸν δὲν δίνουμε πλέον δανεικά, καὶ πῶς θὰ ζήσουν αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται σὲ ἀνάγκη;». Οἱ λόγοι τους εἶναι ἄξιοι τῶν πραγμάτων, ἁρμόζοντας ἡ ἀντίρρηση στοὺς σκοτισμένους ἀπὸ τὸ σκότος τῶν χρημάτων· διότι οὔτε τὸ κριτήριο τῆς διανοίας ἔχουν ἰσχυρό, ὥστε νὰ ἐννοοῦν τὰ λεγόμενα, καὶ νὰ ἀκούουν τὰ ἀντίθετα ἀπὸ τὶς συμβουλὲς αὐτῶν ποὺ τοὺς νουθετοῦν. Ἔτσι ὑπογογγύζοντας ἀπειλοῦν νὰ κλείσουν τὴν θύρα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, καθὼς ἐγὼ τάχα λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δανείζουν.

Νὰ δίνουμε δωρεὰν καὶ νὰ δανείζουμε χωρὶς τόκο

Ἐγὼ δὲ διακηρύττω καὶ παραγγέλλω κατὰ πρῶτον βέβαια τὸ νὰ δίνουν δωρεάν. Ἔπειτα προτρέπω καὶ τὸ νὰ δανείζουν (διότι τὸ δάνεισμα εἶναι δεύτερο εἶδος δωρεᾶς), καὶ νὰ κάνουν τοῦτο ὄχι μὲ τόκους οὔτε μὲ αὐξήσεις (Λουκ. 6, 35), ἀλλὰ καθὼς ὁ θεῖος λόγος παραγγέλλει σὲ μᾶς· διότι εἶναι ἐπίσης ἔνοχος τιμωρίας καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν δανείζει καὶ αὐτὸς ποὺ δίνει μὲ τόκο, ἐπειδὴ στὸν μὲν ἕναν ἀποδίδεται ἡ μισανθρωπία, στὸν δὲ ἄλλον ἡ ἐμπορία. Αὐτοὶ δὲ ποὺ πηγαίνουν στὸ ἀντίθετο ἄκρο ὑπόσχονται ὅτι θὰ σταματήσουν παντελῶς νὰ δίδουν. Εἶναι δὲ αὐτὸ αἰσχρὴ ἐναντίωση, μανιώδης φιλονεικία πρὸς τὸ δίκαιο, μάχη καὶ πόλεμος κατὰ τοῦ Θεοῦ. Διότι, «ἤ δὲν θὰ δώσω», λέγει, «ἤ δανείζοντας θὰ κάνω συναλλαγὴ μὲ τόκο».

Λοιπὸν πρὸς μὲν τοὺς τοκογλύφους ἀρκετὰ ὁ λόγος ἀγωνίσθηκε, καὶ ἱκανοποιητικῶς ἀναλύθηκε, ὅπως στὰ δικαστήρια, καὶ εἴθε νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεὸς μετάνοια· πρὸς αὐ-τοὺς ποὺ ἀπερίσκεπτα δανείζονται καὶ πιάνονται ριψοκίνδυνα στὰ ἀγκίστρια τῶν τόκων δὲν θὰ κάνω κανέναν λόγο, κρίνοντας ὅτι τοὺς ἀρκεῖ ἡ συμβουλή, τὴν ὁποία ὁ θεσπέσιος πατέρας Βασίλειος διατύπωσε σοφὰ στὸ σύγγραμμά του, λέγοντας περισσότερα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀπερίσκεπτα δανείζονται, παρὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ δανείζουν πλεονεκτικῶς.

Ἀπόδοση: Δημήτριος Ἀθανασόπουλος – Θεολόγος

Πηγή: Δύο ὁμιλίες κατὰ τῶν τοκιζόντων, ἐκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, σ. 29-48.