Σκέψεις για τον Εθνικισμό

 

Γράφει ο Νίκος Μετοχίτης

Είναι δεδομένο πως ο εθνικισμός, είτε ως συναίσθημα είτε ως πολιτικό σύνθημα, εμποτίζει την σύγχρονη κοινωνία. Τι είναι όμως ο εθνικισμός; Άλλοι θεωρούν πως εθνικισμός είναι η αγάπη για το έθνος και την εθνότητα (η συμπάθεια δηλαδή προς την ομάδα την οποία ανήκουμε γλωσσικά και πολιτιστικά), άλλοι τον θεωρούν πολιτική ιδεολογία, αντίθετη προς τον φιλελευθερισμό και τον μαρξισμό και άλλοι τον ταυτίζουν με τον σωβινισμό και τον εθνοκεντρισμό. Για μας η απάντηση στο «τι είναι ο εθνικισμός» είναι δεδομένη· εθνικισμός είναι η επιδίωξη, κατά τα νεώτερα χρόνια, εκ μέρους λαών και πληθυσμιακών ομάδων να δημιουργήσουν ένα κράτος στο οποίο θα κυριαρχεί η ιδέα του «έθνους», ως απόλυτη αρχή και κριτήριο. Έχοντας λοιπόν κατά νου αυτόν τον ορισμό του εθνικισμού, καταλαβαίνουμε ότι αυτός δεν ταυτίζεται με μία συγκεκριμένη ιδεολογία ή πολιτική τάση ούτε μπορεί απλά να γίνει συνώνυμο του σωβινισμού και του εθνοκεντρισμού, δύο όροι στους οποίους θα επανέλθουμε. Όσον αφορά την ιδέα του «έθνους» όπως την εννόησε ο εθνικισμός δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή εμφανίσθηκε στην πολιτική σκηνή μέσω των νεωτέρων επαναστάσεων, της Γαλλικής του 1789 και των εθνικών επαναστάσεων της Ευρώπης του 19ου αιώνα.

Είναι επίσης γεγονός πως, αυτές οι επαναστάσεις στόχευαν όχι απλά σε μία έξαρση της εθνικής ιδέας, αλλά κυρίως σε μία διάλυση της προγενέστερης παραδοσιακής τάξεως πραγμάτων και των πυλώνων αυτής, δηλαδή της μοναρχίας, της φεουδαλικής αριστοκρατίας και της Εκκλησίας. Την διάλυση της παραδοσιακής τάξεως (της οποίας τελειότερη πολιτική έκφραση είναι η αυτοκρατορία) ακολούθησε η δημιουργία νέων «εθνικών» κρατών και κρατιδίων. Μια νέα κοινωνία, η δημοκρατική, και ένας νέος πολιτισμός, εκκοσμικευμένος και από-χριστιανοποιημένος εμφανίστηκε. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί λοιπόν πως ο εθνικισμός, τουλάχιστον κατά την γέννηση και πρώιμη ανάπτυξη του, υπήρξε ένα τέλειο γέννημα του σύγχρονου πολιτισμού και ένα χρησιμότατο εργαλείο στην προσπάθεια διάβρωσης και διάλυσης της παραδοσιακής Ευρώπης. Το ότι ο εθνικισμός αυτός υπήρξε ισοπεδωτικός και πλήρως ανατρεπτικός, γίνεται εμφανές από την «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» των Ιακωβίνων, όπου αναγράφεται «Πάσα εξουσία και αρχή πηγάζει από το Έθνος», αντικαθιστώντας το παραδοσιακό «Πάσα αρχή του κόσμου πηγάζει από τον Θεό».

Μπορούμε εύκολα να δούμε πως ένας τέτοιος εθνικισμός στην προέκταση του μπορεί να γίνει σωβινισμός, δηλαδή μίσος προς άλλες εθνότητες και καταπάτηση των φυσικών τους δικαιωμάτων προς χάρη της δικής μας. Ακόμα χειρότερα, η αναβίβαση της «πατρίδας» και του «έθνους» σε έννοιες υπερβατικές και αιώνιες δηλώνει μία ξεκάθαρη άρνηση της συμπαντικής τάξεως ιεραρχίας και υποταγής του κατώτερου στο ανώτερο· ο μεγάλος εσωτερικός στοχαστής του 20ού αιώνα Φρίτγιοφ Σουόν εκφράζει αυτήν την αλήθεια που υπάρχει διάχυτη σε κάθε αυθεντικό πολιτισμό ως εξής: «Είναι αρκετά προφανές, ότι για να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε τα δικαιώματα των επίγειων πραγμάτων (και δεν μπορούμε παρά να λυπούμαστε που αυτό δεν είναι πλέον φανερή αλήθεια), είναι απαραίτητο να εκκινήσουμε από την αξιωματική αλήθεια ότι η αξία του ανθρώπου και των πραγμάτων έγκειται στην προσήλωση τους στην ακέραια Πραγματικότητα και στην ικανότητα τους να συμμετάσχουν άμεσα ή έμμεσα προς τον σκοπό αυτόν (…) Είναι απαραίτητο, ως εκ τούτου, να ξεκινήσουμε από την ιδέα ότι η πνευματικότητα μόνο, συμπεριλαμβανομένης της θρησκείας που εξ ανάγκης προσφέρει το όχημα, συγκροτεί ένα απόλυτο καλό· είναι το πνευματικό, κι όχι το χρονικό, που πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά είναι το κριτήριο όλων των υπολοίπων αξιών.»1

Ο νεωτερικός εθνικισμός, με την διακήρυξη του πως όλα πηγάζουν από μία χρονική και εγκόσμια ύπαρξη, δηλαδή το έθνος και την εθνότητα, ταυτόχρονα παραβιάζει και αντιστρέφει αυτή την αλήθεια. Την ίδια άποψη περί του εθνικισμού εκφράζει ο Ιταλός φιλόσοφος Ιούλιος Έβολα, τόσο στο magnus opus του, την «Εξέγερση εναντίον του σύγχρονου κόσμου» όσο και σε άλλα κείμενα του· στο άρθρο του με τίτλο «Τα δύο πρόσωπα του εθνικισμού» αναφέρεται στα γνωρίσματα και τις συνέπειες του σύγχρονου εθνικισμού: «Το σημαντικό σε αυτόν τον εθνικισμό δεν είναι το γεγονός της ανάδυσης μιας ξεχωριστής εθνικής συνείδησης σε σχέση με τους άλλους, αλλά το γεγονός ότι το «έθνος» γίνεται πρόσωπο, ένα ξεχωριστό ον, και η αδυναμία να ξεπεράσει το δικαίωμα αίματος και χώματος που αφορά την φυσική και υποπνευματική πτυχή του ανθρώπου, την αδυναμία του ατόμου να εκτιμήσει τον εαυτό του με διαφορετικό τρόπο από την άποψη μιας δεδομένης συλλογικότητας και μιας δεδομένης παράδοσης – αυτά τα χαρακτηριστικά ανυψώνονται σε ηθικές αξίες. Το γεγονός ότι κάποιος ανήκει σε ένα «έθνος» προσδίδει ένα μυστικιστικό φωτοστέφανο σε όλα, το οποίο προστατεύει το απαραβίαστο του και επιβάλλει σεβασμό. Αυτό το υποπνευματικό εθνοτικό στοιχείο όχι μόνο αρνείται να αναγνωρίσει την εξουσία σε ανώτερες αρχές, αλλά μειώνει αυτές τις αρχές στη δική του υπηρεσία».2

Αντιλαμβανόμαστε επομένως ότι ένας τέτοιος εθνικισμός, που οδηγεί στην ανατροπή της φυσικής τάξεως πραγμάτων, δεν μπορεί επ’ ουδενί να είναι αποδεκτός από εμάς που υποστηρίζουμε μία αποκατάσταση των παραδοσιακών αρχών και μία επιστροφή στο πνεύμα (με την αληθή σημασία της λέξεως). Δύναται όμως ο εθνικισμός να λάβει άλλο νόημα, θετικό και συμβιβάσιμο με τις παραδοσιακές αξίες; Και μία ροπή που θα στοχεύει όχι στην ισοπέδωση αλλά στην παλινόρθωση των αρχών; Για εμάς μία τέτοια δυνατότητα φαίνεται εφικτή. Καταρχήν, η φιλοπατρία και η αγάπη προς το έθνος και το λαό κάποιου είναι πράγμα τόσο φυσικό όσο και η στοργή που νιώθει μία μητέρα για το παιδί της ή ένας άντρας για την σύζυγο του.

Όπως κάποιος οφείλει, ας πούμε φυσικώ δικαίω, να υπερασπισθεί την αξία και την ακεραιότητα της οικογένειας του, έτσι κανείς οφείλει να αγωνισθεί υπέρ πατρίδος όταν κάποιος σοβαρός εθνικός κίνδυνος προκύψει, είτε εξωτερικός είτε εσωτερικός. Ωστόσο, με τους ίδιους όρους, είναι παράνομο να υποχρεώνεις όλους του πολίτες ενός έθνους να πολεμούν παρά τη θέληση τους όταν ένας τέτοιος κίνδυνος λείπει· ένα μαζικό κάλεσμα είναι νόμιμο μόνο σε περιπτώσεις εσχάτης ανάγκης. Καταλαβαίνουμε πως αυτό πιθανόν να μην γίνει αποδεκτό από όσους το διαβάσουν, διότι και αυτοί σκέπτονται βάση ενός μη φυσικού και μοντέρνου εθνικισμού, αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε το αληθές. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να τονίσουμε πως ένα έθνος ή μία πατρίδα μπορεί να λάβει ένα πνευματικό και ιερό περιεχόμενο, και δεν αποτελεί απλά ένα γήινο «σύμπτωμα». Αυτή την πνευματική αξία δύναται να την λάβει εφόσον τα μέλη του είναι σταθερά προσανατολισμένα προς μία γνήσια θρησκευτική παράδοση, αφενός, και εφόσον το πολιτικό και κοινωνικό του καθεστώς παραμένει παραδοσιακά ακέραιο κατά το μάλλον ή ήττον. Έτσι, πέρα από την φυσική αγάπη προς το έθνος, αυτό το έθνος μπορεί να γίνει ιερό διά του εμποτισμού σε μία ιερή παράδοση· ιστορικά παραδείγματα μπορούμε να πούμε αρκετά: ο αρχαίος Ισραήλ, το αρχαίο ελληνικό έθνος δια της συμμετοχής του στις πανελλήνιες λατρευτικές πράξεις, η Περσική Αυτοκρατορία με την σταθερή Ζωροαστρική της παράδοση, η άρια Ινδία, η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Dar al Islam, και για να πάμε σε πιο κοντινά μας η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Βυζάντιο. Όλα τα ανωτέρω έθνη λάμβαναν την ιερότητα της ύπαρξης τους από τις ιερές παραδόσεις τους και την έχασαν όταν άρχισαν να προδίδουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτές τις παραδόσεις. Με αυτά κατά νου, μπορούμε να πούμε πως ένας εθνικισμός ο οποίος θα καθαρθεί από τα ανατρεπτικά και επαναστατικά και κοσμικά του στοιχεία, και ο οποίος θα στοχεύει στην αποκατάσταση μίας παραδοσιακής τάξεως, αρχικά με την ανάδυση μιας νέας αριστοκρατίας προσηλωμένης στις διαχρονικές αξίες και μέσω αυτής στην υπόλοιπη κοινωνία.

Πως θα γίνει όλο αυτό; Εδώ θα βασιστούμε στην ιδέα μιας ιεράρχησης που πηγαίνει από το πλέον γενικό στο πλέον συγκεκριμένο· σε μία εποχή όπου κυριαρχεί ο διεθνισμός και ένας ισοπεδωτικός ανθρωπισμός που προβάλλει τις ψευδείς ιδέες της «ανθρωπότητας» και του «ανθρώπου», εμείς αντιτάσσουμε στην γενικότητα της «ανθρωπότητας» την ειδικότητα του «έθνους» και της πατρίδας. Όμως αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα. Κατόπιν, πρέπει να κινηθούμε πέρα από την εθνοτική ειδικότητα σε κάτι που, σε σύγκριση με την εθνότητα, είναι ακόμη πιο συγκεκριμενοποιημένο και που μπροστά του το έθνος μοιάζει μία έννοια αφηρημένη· αυτή είναι η έννοια της «προσωπικότητας», του ανθρωπίνου προσώπου, το οποίο ο μοντερνισμός υποβαθμίζει στο επίπεδο του «ατόμου». Είναι αυτή η επιλογή των προσωπικοτήτων, στις οποίες πρέπει να αφυπνισθεί η εσωτερική συνείδηση για την Πραγματικότητα, και οι οποίες θα αποτελέσουν την βάση για ανάδυση της νέας πολεμικής και «ιπποτικής» αριστοκρατίας. Η αποκατάσταση της δεύτερης κάστας, της αληθούς αριστοκρατίας, είναι ο τελικός σκοπός του εθνικισμού μας, τον οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «θετικό εθνικισμό». Φυσικά, αυτή η νέα δεύτερη κάστα δεν θα είναι αυθύπαρκτη, αλλά θα υποτάσσεται, πνευματικά, στην πρώτη κάστα των ιερέων και των αμιγώς πνευματικών ανθρώπων. Αυτά όμως είναι πράγματα που δεν μας απασχολούν εδώ· αυτό που πρέπει να εμπεδώσουμε είναι πως, αφού διά του εθνικισμού καταστήσουμε σαφή τα όρια του αίματος και της γης, έπειτα δια της «εσώτερης» αφύπνισης θα δώσουμε ζωή στην νέα αριστοκρατία η οποία θα καθορίζει τα όρια ανάμεσα στις κάστες εντός του ίδιου του έθνους, και η οποία θα φροντίσει για την καθυπόταξη των κατώτερων αστικών και προλεταριακών στοιχείων στην εξουσίας της, ακόμη και μέσω της δημαγωγικής ρητορικής και περιφρόνησης.

Με αυτόν τον εθνικισμό, θα εγκαθιδρύσουμε μία νέα τάξη για την πατρίδα μας, μία επαναφορά της παραδοσιακής ομαλότητας και υπέρβαση της υλιστικής και μηχανιστικής διαστρέβλωσης που επικρατεί εδώ και αιώνες. Το έθνος μας θα ξαναγίνει ιερό, και με οδηγό και τέλος την Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση θα δημιουργήσει μία νέα επίγεια βασιλεία, που θα γίνει προοίμιο για την Βασιλεία του Ουρανού.

  1. «Σφετερισμοί του θρησκευτικού συναισθήματος».
  2. «Άρθρα για τον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό».