Τι είναι η Πατρίδα μου;

 

Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου

Τι είναι η Πατρίδα μου; Οι γειτονιές όπου έκανα ποδήλατο, τα γδαρμένα μου γόνατα, οι φωνές των γιαγιάδων «μηηηη, είναι ραντισμένα». Το σχολείο μου, ο Εθνικός Ύμνος κάθε Δευτέρα και η πρωινή προσευχή. Είναι οι φίλοι μου κι η οικογένειά μου, τα τσιμπούσια με τους γείτονες στο χωριό τις αργίες και τις γιορτές.

Οι ιστορίες απ’τη Μικρασία των παλαιότερων, που μας τις διηγούνταν πότε με νοσταλγική φλόγα και πότε με δάκρυα στα μάτια, για να μαθαίνουμε τη ρίζα μας. Τα χώματα όπου έχυσαν τον ίδρω τους και το αίμα τους οι παππούδες μου, κι όπου αργότερα θάφτηκαν. Τ’ αγριολούλουδα στην άκρη του δρόμου, οι μιμόζες και τ’ αγιοκλήματα, η μυρωδιά του πεύκου και της θάλασσας. Τα χαμόσπιτα που δόθηκαν αντιπαροχή κι έγιναν πολυκατοικίες κι οι αλάνες που δεν υπάρχουν πια. Τα γνώριμα πρόσωπα, τα γελαστά μάτια, ο αέρας της ξεγνοιασιάς, ο κάθε χωριανός που φύλαγε όλα τα παιδιά σαν δικά του. Ο ήχος της καμπάνας την Κυριακή, η Θεία Κοινωνία από τα χέρια του παπά. Οι δρόμοι όπου παίζαμε, προτού τσιμεντωθούν τα πάντα και γίνουν οι πόλεις κλουβιά. Οι γλάστρες στις αυλές, οι βάρκες στο λιμάνι, οι ψαράδες που μας χαιρετούσαν καλοσυνάτα σαν περνούσαμε από ‘κει.

Κι αργότερα, σαν μεγάλωσα κι έμαθα δυο δράμια ιστορία, πατρίδα μου ήταν κι όλα εκείνα τα ονόματα, που με θαυμασμό διάβαζα στα βιβλία και μ’ έκαναν να φουσκώνω από περηφάνια, καθώς σκεφτόμουν τι αίμα κουβαλάω μέσα μου, από τι γένος κρατάω. Ονόματα που θέλουν πολλές σελίδες για να γραφτούν, δε χωρούν εδώ. Κι ακόμα πιο μετά, πατρίδα μου ήταν κι ένα σωρό όνειρα για το μέλλον, που γκρεμίστηκαν με πάταγο σαν έπιασε η κρίση.

Και τώρα μου λένε ότι δεν έχω πατρίδα. Ότι δεν υπάρχουν πατρίδες, δεν υπάρχουν σύνορα. Κι όλα όσα ήξερα για πατρίδα μου πάνε να μου τα ξηλώσουν. Πάνε να μου φέρουν άλλους ανθρώπους, με ξένα πρόσωπα, χωρίς γελαστά μάτια. Να κατεβάσουμε και τους σταυρούς από τις εκκλησιές, να μη χτυπάμε και τις καμπάνες, να μην κάνουμε και προσευχή στα σχολειά μήτε έπαρση σημαίας, για να μην ενοχλούμε τους καινούργιους κατοίκους. Να μη μυρίζουμε πια το πεύκο και τη θάλασσα. Να μη γδέρνουμε τα γόνατά μας στις γειτονιές. Και να μην κάνουμε όνειρα. Κυρίως αυτό. Μόνο να κλειστούμε στα κλουβιά μας και να φοβόμαστε. Κι αν δε μας κάνει, να φύγουμε. Έχει καλές δουλειές έξω και καλύτερα όνειρα. Όνειρα που ανταλάσσονται με καθρεφτάκια και χρωματιστές χάντρες, για να χωνέψουμε καλύτερα πως δεν έχουμε πια πατρίδα.