Περικλής Γιαννόπουλος: «Τὴν θρησκείαν πρέπει νὰ τὴν δέχεσαι ὁλόκληρον, ὅπως εἶνε καὶ ὅ,τι καὶ ἂν εἶνε»

Έχουμε τολμήσει ξανά και ξανά να πάρουμε θέση ενάντια σε κάθε νεωτερική βλακεία και δυτικόπληκτη άποψη που στρέφεται κατά του δόγματος της Ορθοδοξίας. Ακούσαμε πλήθος ανοήτων και άσχετων με τα θρησκευτικά ζητήματα να μιλούν για θρησκευτική μεταρρύθμιση και να μέμφονται τη χριστιανική πίστη λόγω της Παλαιάς Διαθήκης. Εμείς ως γνήσιοι εθνικιστές και χριστιανοί ορθόδοξοι, μακριά από κάθε ύβρη, αλλά και ακόμα μακρύτερα από κάθε φανατισμό θρησκευτικό όπως έχουμε αποδείξει πολλάκις, είπαμε «κάτω τα χέρια από το δόγμα, τα δόγματα δεν αγγίζονται, δεν αναθεωρούνται, δεν χωράνε συζήτηση διότι τότε παύουν να είναι δόγματα». Η Ορθοδοξία δε χωρά συζήτηση, ή τη δέχεσαι ως έχει ή την απορρίπτεις. Ο Εθνικισμός ο δικός μας δεν απαιτεί θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις ούτε διεκδικεί το ράσο ούτε και διέπεται από προφητολαγνεία και εσχατολογία. Ο Ελληνορθόδοξος Εθνικισμός, που εμείς εκπροσωπούμε, στηρίζεται γνησίως στο ατόφιο πνεύμα του Ελληνισμού και της Πατερικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας. Τίποτα από όλα αυτά δεν αγγίζεται, τίποτα δεν παρερμηνεύεται. Ο Περικλής Γιαννόπουλος έχει διαστρεβλωθεί κατ’ επανάληψη από φανατικούς αντιχριστιανούς που δεν τον έχουν μελετήσει σε βάθος και γνωρίζουν μερικά τσιτάτα απλώς. Ή τον έχουν μελετήσει και κρατούν όσα τους βολεύουν από αυτόν. Πρώτος κήρυκας του Ελληνικού Εθνικισμού που φώναξε «κάτω τα χέρια από το δόγμα» ήταν ο Περικλής Γιαννόπουλος. Πιστοί στις Ιδέες του προφήτη του Ελληνισμού, πιστοί ακόλουθοι στα χνάρια των προγόνων του Έθνους και της Ιδέας μας, πιστοί στα λόγια του Χριστού και των Αγίων μας. Ούτε κεραία δεν θα πειραχτεί από το Έθνος και την Εκκλησία του!

Αλέξανδρος Καρράς

Περικλής Γιαννόπουλος: Ο Απόλλωνας της Αναγεννήσεως | ΕΛΛΑΣ

[…] Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι οἱ Χρυσόστομοι καὶ οἱ λοιποὶ εἶνε κάπως ὑψηλότεροι ἀπὸ ἡμᾶς; Ἄλλως τε ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ πεταχθῇ ἡ Μουσικὴ αὕτη, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα.

Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὶ θὰ εἰπῇ παλαιὸν καὶ νέον. Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα πράγματα εἶνε καὶ ὁ ἄνθρωπος. Διατί δὲν τοῦ βάζετε δύο μύτες, τρία πόδια, διὰ νὰ νεωτερισθῇ; Παλαιὸς δὲν εἶνε καὶ ὁ θόλος; διατὶ δὲν τὸν βάφετε κόκκινον καὶ νὰ τοῦ κρεμάσετε καὶ μίαν φοῦντα νὰ γίνῃ φέσι; ὁ Ἀξελὸς ἕτοιμος εἶνε. Καὶ ἡ Θρησκεία ὅλη παλαιὰ εἶνε· διατί δὲν τὴν ἀλλάζετε; Αἱ θρησκεῖαι καὶ ὅλα τὰ πράγματα των θρησκειῶν ἐκ φύσεως δὲν πρέπει νὰ κινοῦνται. Κάθε θρησκεία εἶνε δόγμα. Ἀπὸ κάθε δόγμα ἄμα θέλεις νὰ κινήσῃς μίαν πέτραν κρημνίζεται ὁλόκληρον. Τὸ δόγμα εἶνε σὰν παλαιὸ σπῆτι. Διόρθωσιν δὲν παίρνει, καταρρέει. Τὴν θρησκείαν πρέπει νὰ τὴν δέχεσαι ὁλόκληρον, ὅπως εἶνε καὶ ὅ,τι καὶ ἂν εἶνε. Πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα, εἶνε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος κάθε θρησκείας. Πιστεύεις; ἔχει καλῶς. Δὲν πιστεύεις; Δέχου τὰ πάντα· τίμα τὰ πάντα· σέβου τὰ πάντα καὶ μὴ καταλαμβάνεις τίποτε καὶ μὴ κλονίζεις κανενὸς τὴν πίστην, καὶ κάμνε ἀφελῶς ὅ,τι κάμνουν καὶ οἱ ἄλλοι. Καὶ δὲν εἶνε καὶ καμμία ἀνάγκη οὔτε νὰ καταλαβαίνῃ κανεὶς τίποτε -εἶνε τόσον ἁπλᾶ πράγματα- οὔτε νὰ θέλῃ νὰ διορθώνῃ τίποτε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.

Κράτα καλά, εἶνε ὅλη ἡ δύναμις κάθε θρησκείας. Ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Πάππας εἶνε ὁ σοφὸς καὶ ἀνόητοι, οἱ σοφοὶ ποὺ τὸν πολεμοῦν καὶ θέλουν νὰ τὸν κάμουν νὰ νεωτερίσῃ. Ὅσον πλέον παλαιοτέρα εἶνε ἡ θρησκεία, τόσον εἶνε καὶ ἡσυχωτέρα· ὅσον πλέον ἀμετάβλητος καὶ ἀπείρακτος καὶ ἄθικτος καὶ ἀσυζήτητος, τόσον ὀλιγώτερον τόπον πιάνει, τόσην όλιγωτέραν φασαρίαν κάμνει. Ἡ καλητέρα θρησκεία τοῦ κόσμου, εἶνε ἐκείνη, ποὺ εἶνε σὰν νὰ μὴν εἶνε. Καὶ ἡ ἰδική μας μάλιστα ἡ Ἑλληνική, ἡ ἐκ φύσεως ἀγαθοτάτη καὶ ἡσυχοτάτη, ἡ μὴ βαρύνουσα κανέναν καὶ κανένα μὴ ἐνοχλοῦσα, εἶνε ἡ ἀρίστη ὅλων τῶν ἄλλων χριστιανικῶν θρησκειῶν -ἡ δουλειὰ τῆς θρησκείας εἶνε, νὰ κάθεται εἰς τὰ αὐγά της καὶ νὰ μὴν ἀνακατεύεται εἰς τίποτε, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον πολεμᾷ ὅλη ἡ Εὐρώπη καὶ ἡμεῖς ἀνέκαθεν ἔχομεν -πρέπει νὰ μᾶς εἶνε λατρευτὴ σὰν τὰ μάτια μας καὶ ἂν σωπήσουν τέλος καὶ οἱ Δαμβέργηδες, θὰ εἶνε τὸ πρότυπον θρησκείας πολιτισμένου Ἔθνους. Καὶ αὐτὰ τὰ γράφω ἐγὼ ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελα θρησκείαν πρωτίστως, καθαρῶς Ἑλληνικήν. Ἀλλὰ ὅρα καὶ δούλους Ἕλληνας.

Ὄχι, χιλιάκις ὄχι. Διὰ νὰ ἀγαπᾷ κανεὶς τὸ Ὡραῖον, δὲν χρειάζεται νὰ εἶνε τρελλός, οὔτε ἀντεθνικός, καὶ τὸ Ὡραῖον θέλει ἕνα φόρεμα. Καὶ ἀπὸ τὸ κάθε ὕφασμα ὁ Καλλιτέχνης δημιουργεῖ τὸ Ὡραῖον. Καὶ διὰ τὸ Ὡραῖον ἰσχύει ἡ παροιμία «παποῦτσι ἀπὸ τὸν τόπο σου κι᾿ ἂς εἶνε καὶ μπαλωμένο». Ὅ,τι ἔχει νὰ καλλωπίσῃ, νὰ ἐξωραΐσῃ ἡ Ἐκκλησία, νὰ ἀνυψώσῃ μάλιστα μάλιστα. Ἀλλ᾿ ὄχι νὰ ἀλλάξῃ τίποτε. Μὴ φοβεῖσθε, κύριε Πάτριε, ἀπὸ ἐμένα, νὰ ἀκούσετε διὰ τουζλούκια. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ Παπάδες πρέπει νὰ κάμνουν τὰ φορέματά των εἰς τὴν καλητέραν ράπτριαν τοῦ κόσμου καὶ νὰ φορέσουν ὡραιότατα μεταξωτά. Ὁ πατριωτισμὸς ὁ ἰδικός μου εἶνε, ἄλλου παπᾶ εὐαγγέλιον. Νὰ μὴ φοβεῖσθε ὀπισθοδρομικότητας· νὰ φοβεῖσθε ἐντελῶς τ᾿ ἐναντίον, ἢ μᾶλλον νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι ὅταν περάσω ἀπὸ τὰ τωρινὰ καὶ ἀρχίσω τὸ αὔριον, θὰ εὕρουν ὅλοι τὰς ἰδέας μου τόσον νεωτεριστικάς, ὥστε κανεὶς δὲν θὰ τὶς ἀκολουθήσῃ καὶ ὅλοι οἱ παλιότεροι θὰ βάλουν τὶς φωνές. Ὁ πατριωτισμὸς ὁ ἰδικός μου πρώτιστον θέτει τὸ Ὡραῖον καὶ τὸ Ὑψηλόν.

Δὲν πιστεύω νὰ εἶνε ἀσυγχώρητον, ὅτι δι᾿ αὐτὸ μεταχειρίζομαι τὸ κάθε τι ἐθνικόν, ὅ,τι σμπίπτει μὲ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὅτι ἠθέλησα νὰ ἐνδύσω αὐτὸ μὲ τὸ ἐθνικώτερον φόρεμα.

Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Βυζαντινὴ μὲν ρινοκλασία δέ», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 32, 24-4-1903