Εθνικισμός: Τέσσερις δεκαετίες παθογένειας και περιθωριοποίησης

Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου

Εδώ και δεκαετίες ο εθνικισμός έχει καταφέρει να τεθεί αυτοβούλως στο περιθώριο και να καταστεί κατά μία έννοια απαγορευμένος. «Απόκρυφος», ανοιχτός και προσιτός μόνο για τους «μύστες», ενώ για τους έξω φαντάζει σκληρός, τερατώδης και μια αόριστη γενικολογία, όσον αφορά τις προτάσεις και τις κατευθύνσεις του.

Η αδυναμία – ή μάλλον ανικανότητα – του εθνικισμού να ακουστεί στην κοινωνία και ν’ ανταπεξέλθει τόσο στην εθνική, όσο και στη διεθνή πραγματικότητα, έγκειται κατά κύριο λόγω στην πολυδιάσπασή του από τη μια και στον κατακερματισμό της ίδιας της ιδεολογίας από την άλλη.

Ενώ έχει εντοπίσει και καταδείξει πολύ πριν από τους άλλους τα προβλήματα, δεν έχει θέσει ωστόσο ιδεολογικές οδούς για τις θέσεις του, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να πείσει για την ποιότητα της σκέψης και της ύπαρξής του. Φωνάζουμε, για παράδειγμα «έξω οι ξένοι», χωρίς όμως να έχουμε θέσει ακριβές ιδεολογικό υπόβαθρο ως προς το γιατί και το πώς. Συχνά οι εθνικιστές αδυνατούν να δουν ένα οποιοδήποτε πρόβλημα σφαιρικά και να λάβουν υπ’ όψιν όλες τις παραμέτρους που θα οδηγήσουν σε μια ρεαλιστική κι εφαρμόσιμη λύση. Επιπλέον ο εθνικισμός έχει «κολλήσει» κι αναλωθεί σε δυο-τρία σημεία, παραγκωνίζοντας όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν τη χώρα μας, με αποτέλεσμα να παρερμηνεύεται και να συκοφαντείται πρωτίστως από τους ίδιους τους αυτοαποκαλούμενους εθνικιστές.

Όλα αυτά φυσικά δε δίνουν καλή μαρτυρία στην κοινωνία, της οποίας την εμπιστοσύνη επιζητούμε. Οι μάζες έχουν ταυτίσει τον εθνικισμό με τη βία, το μίσος για οτιδήποτε μη ελληνικό (αυτιστικό ελληνοκεντρισμό το λέω αλλιώς), την ενστολολαγνεία και τις ονειρώξεις για μια μεγάλη Ελλάδα (τη στιγμή που χάνουμε κι αυτά που ήδη έχουμε).

Είναι βέβαια αληθές, πως, μεταξύ μας τα λέμε και τα ξαναλέμε, αναλύουμε, φιλοσοφούμε και προτείνουμε. Όταν όμως έρχεται η ώρα της εξωτερίκευσης προς τις μάζες, κάτι μας πιάνει και βγάζουμε το χειρότερο εαυτό μας. Προσπαθώντας να υποστηρίξουμε τις θέσεις μας, υποπίπτουμε σ’ έναν παράλογο φανατισμό και πιθηκισμό, που φυσικά απομακρύνει οποιονδήποτε είχε την καλή διάθεση να μας ακούσει και επιτυγχάνει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά.

Επιμένω, πως όλα αυτά οφείλονται κυρίως στο ότι πρώτα εμείς δεν έχουμε πλήρως κατανοήσει τι εστί εθνικισμός, με αποτέλεσμα να μη μπορούμε και να το εκφράσουμε όπως πρέπει. Είναι γεγονός, πως πολλοί συγχέουν τον εθνικισμό με τη δεξιά, παραβλέποντας τις φιλελεύθερες και καπιταλιστικές της τάσεις. Ο εθνικισμός όμως στην πραγματικότητα αντιτίθεται και στη δεξιά. Αντιτίθεται σε πολλά απ’ αυτά, τα οποία μας πέρασαν ως «εθνικά» φτιάχνοντας μια πανσπερμία απόψεων, με σκοπό να αποπροσανατολίσουν τους εθνικιστές και να φτιάξουν άλλη μια σέχτα, που εξυπηρετεί το σύστημά τους.

Ο εθνικισμός λοιπόν, εν ολίγοις, δεν είναι μίσος προς οτιδήποτε ξένο, αλλά αγάπη προς την ιδέα του Έθνους, άρα και προσπάθεια για διατήρηση των Εθνών κι ανάπτυξή τους. Ξεκινώντας ο καθένας από το δικό του Έθνος, σταδιακά θα επιτευχθεί το επιθυμητό. Μέσα από την καλλιέργεια του μέρους (Έθνους) θα προκύψει και η βελτίωση του όλου (κόσμος). Βάσει αυτού δεν υφίσταται το «τι με νοιάζει για τον Γερμανό/Πακιστανό/Εσκιμώο». Η Νέα Παγκόσμια Τάξη πρέπει να καταπολεμηθεί παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα, κι αυτό θα επιτευχθεί μόνο μέσα από συνεργασία κι αλληλοστήριξη των Εθνών.

Αλλιώς ας μη λεγόμαστε εθνικιστές, αλλά παρτάκηδες ατομιστές.
Ο εθνικισμός δεν είναι αλόγιστη βία εναντίον όποιου διαφωνεί μαζί μας, αλλά πειθώς, καθώς έχει τις απαντήσεις για τα πάντα, τις οποίες παίρνει μέσα από την ίδια τη Φύση. Η βία είναι αποδεκτή μόνο ως απάντηση στη βία, όχι ως τρόπος επιβολής των ιδεών μας. Αλλιώς ας φορέσουμε μια προβιά κι ας επιστρέψουμε στις ζούγκλες της Ιουρασικής περιόδου.

Ο εθνικισμός δε μπορεί σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται με τη λατρεία των σωμάτων ασφαλείας, όταν αυτά υπηρετούν ένα κράτος αντεθνικό. Σεβόμαστε και τιμούμε τους θεσμούς του στρατού, της αστυνομίας κτλ, αλλά ως θεσμούς κι όχι ως όργανα καταστολής του λαού. Στόχος μας δεν πρέπει να είναι να υποστηρίξουμε την παρούσα μορφή τους, αλλά να τα επαναφέρουμε στη θεσμική τους μορφή, δηλαδή εκείνη των υπηρετών της πολιτείας και του λαού.

Και τέλος, εθνικισμός δεν είναι η στείρα προσήλωση στο παρελθόν χωρίς όραμα για το μέλλον. Ο εθνικισμός έχει, εκτός από την εθνικορομαντική, και την κοινωνική του πλευρά, η οποία είναι εξίσου σημαντική. Αλλιώς δε νοείται ως εθνικισμός, αν δεν ενδιαφέρεται να δει το Έθνος να προοδεύει. Και φυσικά δε θα προοδεύσει με στείρα ιστοριολαγνεία, με αναφορές και μνείες στο χθες, αν αυτά δεν τίθενται και ως οδηγοί για το μέλλον, αλλά μόνο εξυπηρετούν ως καύχημα για να τονώνεται το «εγώ» μας. Η κοινωνία σήμερα ψυχορραγεί και αύριο πεθαίνει. Εκεί είναι που πρέπει να ρίξουμε βαρύτητα και να σταθούμε δίπλα στον πολίτη ενεργά, να προτείνουμε λύσεις και διεξόδους. Αλλιώς θα γραφτούμε κι εμείς σε κάποια βιβλία ιστορίας, με όχι πολύ κολακευτικά λόγια όμως, τα οποία τελικά θα μείνουν ξεχασμένα πάνω σ’ ένα σκονισμένο ράφι.