«Ούτε τ’ όνομά μου» – Ένα βιβλίο της Τέα Χάλο για την Ποντιακή Γενοκτονία

Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου

«Ούτε τ’ όνομά μου». Αυτός είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της Τέα Χάλο, της κόρης μιας επιζήσασας της Ποντιακής Γενοκτονίας. Στο βιβλίο καταγράφει τις αναμνήσεις της μητέρας της, η οποία ξεριζώθηκε μαζί με την οικογένειά της από το χωριό τους στον Πόντο σε ηλικία μόλις δέκα χρονών. Το βιβλίο αποτελεί μια καθηλωτική μαρτυρία για τα γεγονότα της γενοκτονίας, τις πορείες θανάτου και όλα τα μαρτύρια που υπέστησαν οι εκδιωχθέντες από την πατρογονική τους γη. Η αφήγηση είναι ανατριχιαστική. Η δε ιστορική του αξία (παρατίθεται και πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα) το έχει βάλει και σε εκπαιδευτικά ιδρύματα των Η.Π.Α. Μετά από αγώνα της συγγραφέως και της ελληνικής ομογένειας των Η.Π.Α., που χρησιμοποίησαν τις μαρτυρίες στο βιβλίο ως ιστορικά τεκμήρια, η Ποντιακή Γενοκτονία αναγνωρίστηκε σε αρκετές πολιτείες της. Παρακάτω θα πάρετε μια ιδέα από το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, το οποίο έλαβε αυτόν τον τίτλο διότι η μητέρα της συγγραφέως, βλέποντας τα μέλη της οικογένειάς της να χάνονται ένα-ένα και στην προσπάθειά της να σωθεί η ίδια, δεν κράτησε ούτε το όνομά της… Μετά από πολλές περιπέτειες έφτασε στην Αμερική, όμως σαν ένας άλλος άνθρωπος πλέον.

ΤΕΑ ΧΑΛΟ ΟΥΤΕ Τ' ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

«Έχει λακκάκια το πόδι σου, μανούλα», είπα κάποτε στη μητέρα μου όταν, παιδί, πρωτοείδα τα σημάδια. Κατέβασα το παντελόνι που φορούσα και άρχισα και εγώ να ψάχνω για παρόμοια στο δικό μου πόδι.

«Δεν είναι λακκάκια», είπε η μητέρα μου. «Και δε θα βρεις ίδια στο δικό σου πόδι, γλυκιά μου».

«Τι είναι τότε;» ρώτησα.

Για μια μόνο στιγμή είδα πάλι αυτό το βλέμμα στα μάτια της μητέρας μου, καθώς ταξίδευε μακριά. «Ό,τι έμεινε», είπε κλείνοντας τα μάτια. «Ό,τι έμεινε».

[…]

Η πορεία υπήρξε ένας εφιάλτης που σχεδόν έχω σβήσει από τη μνήμη μου για να μπορέσω να επιβιώσω. Δε θυμάμαι ένα προς ένα τα γεγονότα, λες και οι μέρες δεν ξεχώριζαν η μια από την άλλη, όπως ακριβώς συμβαίνει στις χώρες του Βορρά όταν ανατέλλει ο ήλιος του μεσονυκτίου το καλοκαίρι. Οι νύχτες δεν έμοιαζαν παρά με σύννεφο περαστικό στον καταγάλανο ουρανό, αφού, μόλις καταφέρναμε να κλείσουμε τα μάτια μας, ο ήλιος άρχιζε να λάμπει και πάλι. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλά σαν το νερό, χωρίς διαλείμματα. Κάθε εξοντωτική ημέρα δεν έληγε το βράδυ, με την οικογένεια να δειπνεί ήρεμα συγκεντρωμένη γύρω από το τζάκι, αλλά με ακόμη ένα θάνατο, ακόμη ένα πτώμα, ακόμη μια κραυγή πένθους που έσκιζε τη ραγισμένη μου καρδιά.

Μόνο συγκεκριμένα περιστατικά ξανάρχονται στη μνήμη μου, αλλά αυτές οι αναμνήσεις συνοδεύονται από μια τρομακτική πραγματικότητα. Βρίσκω τον εαυτό μου να παρακολουθεί τις σκηνές και πάλι με μάτια διάπλατα από την έκπληξη. Τα χρόνια που πέρασαν έχουν σβηστεί και είμαι πάλι δέκα χρονών. Βλέπω και μυρίζω και ακούω τα πάντα, σαν να εκτυλίσσονται σήμερα μπροστά μου. Αν και τα μάτια μου είναι ορθάνοιχτα, ό,τι είναι γύρω μου τώρα εξαφανίζεται και βρίσκομαι πάλι σε αυτόν τον απαίσιο δρόμο προς την κόλαση. Τα πτώματα κείτονται στους πέτρινους φράχτες ή στο δρόμο, παρατεταγμένα όπως οι στόχοι σε κάποιο σκοπευτήριο, ενώ τα αρπακτικά, που μας ακολουθούν όπου και αν πάμε, κρέμονται σαν αλλόκοτα έπαθλα ενός λούνα-παρκ καρφιτσωμένα στον ουρανό.

Μέχρι να φτάσουμε στην κεντρική Τουρκία, έκανε τόση ζέστη που η κάθε μας κίνηση γινόταν με κόπο. Το νερό σπάνιζε και ο ήλιος έκαιγε απορροφώντας κάθε ίχνος υγρασίας από τα χείλη μας, κάνοντάς τα να σκιστούν και να ματώσουν γύρω από τις πρησμένες γλώσσες μας. Καμιά φορά, σε απόσταση, βλέπαμε μεγάλες καθάριες λίμνες. Τα ζαρωμένα μας κορμιά ποθούσαν το νερό. Το μυαλό μας το γέμιζε το όραμα μιας ατέλειωτης βουτιάς στη δροσερή όαση για να ξανανιώσουν τα σώματά μας, τα βουτηγμένα στον ιδρώτα και στα δάκρυα. Όσοι μπορούσαν, επιτάχυναν το βήμα τους με τα χέρια απλωμένα, αναζητώντας το υγρό αεράκι που φύσαγε από τη λίμνη και τα σώματά τους έγερναν όλο και πιο μπροστά με αγωνία.

Κάθε φορά όμως, όσο πλησιάζαμε – παρέμβαση του διαβόλου θα ήταν – τόσο η λίμνη μίκραινε, μέχρις ότου και οι τελευταίες της σταγόνες απορροφώνταν και εξαφανίζονταν, για να ξαναεμφανιστούν λίγο αργότερα πιο κάτω στο δρόμο.

Κάθε μέρα, η Μαθεία έμοιαζε βαρύτερη στην πλάτη μου και το βρομερό, μακρυμάνικο φουστάνι μου, γεμάτο σκόνη και ιδρώτα, κολλούσε πάνω μου σαν υγρή κόλλα. Κάθε μέρα που περνούσε, η Μητέρα έδειχνε όλο και πιο εξασθενημένη, ίσως εξαιτίας της πρόσθετης επιβάρυνσης από το θήλασμα των διδύμων χωρίς αρκετή τροφή και νερό. Στην άκρη μιας μικρής πόλης, υπήρχε μια βρύση και το νερό έτρεχε σαν θησαυρός σε μια πέτρινη γούρνα και μετά χυνόταν στο έδαφος. Από το νερό, οι πέτρες γύρω από τη βρύση είχαν μαυρίσει.

Δε θυμάμαι άλλη φορά που η Μητέρα να έδειξε τέτοια απεγνωσμένη επιθυμία για κάτι. Υπήρχε πάντα η γεμάτη χάρη Γκιουζέλ, όπως την είχαν ονομάσει οι Τούρκοι, ένα πολύτιμο πετράδι προικισμένο με περίσσεια υπομονή. Αυτή τη φορά, όμως, η Μητέρα ξέφυγε από την πορεία για να τρέξει παραπατώντας μέχρι τη βρύση. Οι υπόλοιποι σταμάτησαν και την παρακολουθούσαν με αγωνία, έτοιμοι να τρέξουν και αυτοί, αν εκείνη τα κατάφερνε. Ακριβώς, όμως, πριν φτάσει στη βρύση, ένας έφιππος Τούρκος στρατιώτης την πλησίασε και άρχισε να ξεστομίζει βρισιές. Σήκωσε το μαστίγιό του και της έδωσε μία, όπως θα χτυπούσε ένα βόδι ή ένα γαϊδούρι. Έπεσε στα γόνατα. Τότε κατέρρευσα και εγώ στο έδαφος, με την καρδιά μου ξεσκισμένη από τον πόνο. Ο Πατέρας πέταξε ό,τι κρατούσε και έτρεξε κοντά της.

«Νερό, σε παρακαλώ», είπε η Μητέρα στον στρατιώτη.

Ο Πατέρας προσπάθησε να σηκώσει τη Μητέρα στα πόδια της.

«Παρακαλώ».

Ο στρατιώτης σήκωσε ξανά το μαστίγιο, ξεστομίζοντας και πάλι βρισιές. Θα την ξαναχτυπούσε, αλλά πρόλαβε και την πήρε αγκαλιά ο Πατέρας απομακρύνοντάς την.

ΤΕΑ ΧΑΛΟ

Η απογοήτευση στα λασπωμένα πρόσωπα των πεζοπόρων δε διακρινόταν σχεδόν καθόλου. Πιο πολύ έβλεπες το μούδιασμα στα μάτια τους, το μούδιασμα που έρχεται από τις πολλές στερήσεις και τις συνεχείς ταπεινώσεις. Η Μητέρα κουτσοπερπάτησε μέχρι τη θέση της, και οι άλλοι σαν ρομπότ συνέχισαν το δρόμο τους.

Εκείνη τη μέρα τάχα πέθανε η μικρή Μαρία; Δε θυμάμαι. Θυμάμαι μονάχα το μικρό της κορμάκι που ήταν δεμένο στην πλάτη της Χριστοδούλας, όπως κάνουν οι Ινδιάνοι, και το μικρό της κεφαλάκι να πηγαίνει πέρα δώθε. Θυμάμαι μονάχα ότι κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως κάτι δεν πήγαινε καλά και το καυτό σώμα μου το έλουσε ξαφνικά παγερός ιδρώτας.

«Μαμά!» είπα όσο πιο ήρεμα μπόρεσα, ελπίζοντας ότι η ηρεμία μου αυτή θα βοηθούσε την κατάσταση να γίνει και πάλι ίδια. «Η Μαρία δε φαίνεται καλά».

Η Μητέρα σήκωσε το βλέμμα της και ξέσπασε σε λυγμούς. Το πρόσωπο της Μαρίας είχε γίνει σταχτί. Τα μάτια της μας κοιτούσαν ορθάνοιχτα σαν της σπασμένης κούκλας, ενώ το κεφάλι της συνέχισε να πηγαίνει πέρα δώθε σε κάθε βήμα.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε πανικόβλητη η Χριστοδούλα. «Τι είναι;»

Μείναμε εκεί στο δρόμο, νιώθοντας να μας πλακώνει ένας σωρός από πέτρες. Οι κουρασμένοι συνοδοιπόροι μας περνούσαν δίπλα μας και συνέχιζαν την πεζοπορία. Η Μητέρα πήρε τη Μαρία από την πλάτη της Χριστοδούλας και την κράτησε στην αγκαλιά της, καθώς τα δάκρυά της έπεφταν στο άψυχο προσωπάκι.

«Κουνηθείτε!» φώναξε κάποιος στρατιώτης που ήρθε καβάλα μέχρι εκεί που στεκόμασταν.

«Το μωρό μου» ψέλλισε η Μητέρα.

Του έδειξε τη Μαρία, λες και περίμενε ότι θα ένιωθε και αυτός λίγο από τον πόνο και την ταραχή της.

«Το μωρό μου».

«Πέταξέ το, αν είναι πεθαμένο!» φώναξε. «Κουνηθείτε!»

«Αφήστε με να τη θάψω», παρακάλεσε η Μητέρα με λυγμούς.

«Πέταξέ το!» φώναξε πάλι, σηκώνοντας το μαστίγιο. «Πέταξέ το!»

Η Μητέρα έσφιξε το σώμα της Μαρίας στο στήθος της, καθώς σηκωνόμασταν όρθιοι κοιτάζοντάς τον έκπληκτοι. Το πρόσωπό της είχε μια βασανισμένη έκφραση που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ο Πατέρας προσπάθησε να πάρει τη Μαρία, για να την ακουμπήσει κάτω, υποθέτω, αλλά η Μητέρα την έσφιξε ακόμα περισσότερο. Μετά, περπάτησε μέχρι το μεγάλο πέτρινο τοίχο που χώριζε το δρόμο από την πόλη και σήκωσε τη Μαρία για να την ακουμπήσει πάνω στον τοίχο, σαν σε βωμό κάποιου Θεού.

Εκείνο το βράδυ, η Μητέρα κοιμήθηκε κλαίγοντας. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα τη Μητέρα να σηκώνει τη Μαρία προς τον ουρανό σαν να κάνει θυσία. Η εικόνα του άψυχου κορμιού της ακουμπισμένου στον τοίχο, σαν προσφορά σε παγανιστική τελετή, με ακολούθησε και στα όνειρά μου όλες τις επόμενες μέρες. Κάθε φορά που σκεφτόμουν ότι η αδελφούλα μου είχε μείνει ξαπλωμένη και μόνη στον καυτερό ήλιο, με τα αρπακτικά πουλιά να περιφέρονται ψηλά περιμένοντας να απομακρυνθούμε, οι λυγμοί μου ξαναγυρνούσαν αβάσταχτοι.

Το τέλος της πορείας μας έφτανε, με μεγάλη ανακούφιση, όταν ακουγόταν το κάλεσμα για τη μουσουλμανική προσευχή. Κρυφά, όλοι προσευχόμασταν αυτή η ώρα να έφτανε μέσα ή κοντά σε κάποια πόλη, ελπίζοντας ότι έτσι ίσως καταφέρναμε να βρούμε λίγη τροφή και νερό. Οι στρατιώτες κατέβαιναν από τα άλογα και γονάτιζαν στα χαλάκια τους στραμμένοι προς την ανατολή. Έσκυβαν ακουμπώντας τα μέτωπά τους στο έδαφος με ευλάβεια και στηριζόμενοι στα χέρια τους. Τα τουφέκια και τα μαστίγιά τους ακουμπούσαν στο έδαφος στο πλευρό τους, καθώς ακουγόταν η φωνή του μουεζίνη από τον μιναρέ: «Αλλαχού ακμπάρ», «Ο Θεός είναι μεγάλος».

 

Ζητήστε το βιβλίο στη Νέα Γενεά:

Ούτε το όνομά μου – Γενοκτονία και επιβίωση: Μια αληθινή ιστορία του Πόντου

Η Thea Halo - Αμερικανίδα Συγγραφέας - Ίδρυμα Παναγία Σουμελά ...